Ο Μηνάς Παπαθανάσης, παρακρατικός που συνεργάζεται με
τα τάγματα ασφαλείας, στοχοποιείται από την εαμική αντίσταση. Στη γειτονιά του,
τα Σεπόλια, οι τοίχοι των σπιτιών γεμίζουν με συνθήματα που υπόσχονται την
εκτέλεσή του. Για να εμποδίσουν αυτήν την εξέλιξη, οι προϊστάμενοί του, τού
παρέχουν μια ομάδα υποστήριξης και προστασίας που ως έδρα της και ορμητήριό της
έχει την οικία του ίδιου. Η ομάδα αυτή αποτελείται από λούμπεν στοιχεία, από κάθε
καρυδιάς καρύδι, μέθυσοι, τυχοδιώκτες, φιλοτομαριστές, απείθαρχοι. Το μόνο
στοιχείο που φαίνεται να τους ενώνει -αλλά κι αυτό χαλαρά και όχι όλους- είναι
το μίσος για τους «μπολσεβίκους». Από το σπίτι του Παπαθανάση εξαπολύουν κατά το
δοκούν επιθέσεις σε σπίτια και σε μαγαζιά της περιοχής, σπέρνουν τον τρόμο,
απειλούν, σκοτώνουν, βασανίζουν, καταστρέφουν και προσπαθούν με κάθε τρόπο να
κρατήσουν τις δυνάμεις του ΕΑΜ μακριά από τη γειτονιά τους. Ωστόσο αδυνατούν να
δουν τη μεγάλη εικόνα και να κατανοήσουν τους βαθύτερους πολιτικούς και
ιδεολογικούς λόγους των όποιων τους ενεργειών. Τελικά, όλοι, και ο Παπαθανάσης
μαζί, σε αντίθεση με τους προϊσταμένους τους και τους Γερμανούς (βρισκόμαστε
στο 1943) λειτουργούν μόνο ως ενεργούμενα και συντρίβονται από το βάρος της ιστορίας
και των γεγονότων.
Ο Μηνάς Παπαθανάσης είναι δημιούργημα της περιόδου στην
οποία ζει: πολεμά πολλά χρόνια, στο μικρασιατικό μέτωπο, στην Αλβανία, στις
συγκρούσεις με τους κομμουνιστές αντιστασιακούς. Ένα μέρος της πολιτικής του
ζωής το διήγαγε τυχοδιωκτικά. Ταξίδεψε και έκανε δουλειές σε πολλά μέρη του κόσμου,
πολλές μη έντιμες· σχετίστηκε με πολλές γυναίκες, έκανε ένα γάμο και ίσως και
ένα παιδί που όμως παράτησε για να γυρίσει στην Ελλάδα. Σκληρός, αδυσώπητος,
ποτισμένος με βία. Από την άλλη, διακρίνονται (και) κάποια αμυδρά ίχνη
τρυφερότητας προς τη γυναίκα του και κάποια ίχνη «ηθικής», όταν προειδοποιεί
τον κομμουνιστή γιατρό Δερβενιώτη ότι επίκειται η σύλληψή του, δίνοντας του
χρόνο να διαφύγει. Ο συγγραφέας από αυτήν την άποψη δεν στήνει έναν
μονοδιάστατο χαρακτήρα. Όπως μονοδιάστατος δεν είναι κανένας και από τους
άλλους χαρακτήρες του μυθιστορήματος. Ενδεικτικό παράδειγμα ο εξηντάχρονος Αγησίλαος,
μια φιγούρα, που προκαλεί τον γέλωτα στους συναδέλφους του, όμως αυτός ο
εθνικόφρων παρακρατικός έχει έναν γιο που είναι καπετάνιος των ανταρτών. Αυτόν
τον γιο τον καταριέται αλλά όταν μαθαίνει τον θάνατό του τον πενθεί με βαρύ
πένθος, θεωρώντας την κατάρα του υπεύθυνη. Οι γυναικείοι χαρακτήρες, η γυναίκα
του Παπαθανάση, Χριστίνα, φιλάσθενη, ευαίσθητη, εύθραυστη όμως με τεράστια
ψυχικά αποθέματα και η Μαργαρίτα, ένα πονεμένο μικρό κορίτσι που είναι η
οικιακή υπηρέτρια, επίσης, συγκλονιστικοί -τραγικές φιγούρες, σπουδαίες, έξοχες
τοίχος σπιτιού στην Καισαριανή την περίοδο της Κατοχής
Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, που συμμετείχε στην αντίσταση,
δημοσίευσε την Πολιορκία το 1953,
τέσσερα χρόνια μετά από την τυπική λήξη του Εμφυλίου. Είναι ένα από τα
σημαντικότερα μυθιστορήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Δεν είναι εύκολο
βιβλίο και στον μεγαλύτερο βαθμό η όποια του δράση είναι «εσωτερική»:
παρουσιάζει τα εσωτερικά κίνητρα που οδηγούν ένα πρόσωπο να ενεργήσει κατά έναν
τρόπο και εστιάζει σε αυτά. Καίριες είναι και οι σιωπές του μυθιστορήματος. Ο
αφηγητής σπάνια παρεμβαίνει. Αντιθέτως, αφήνει τους χαρακτήρες του να μιλήσουν
ή να σιωπήσουν.
Το ξαναδιάβασα αυτές τις μέρες
μετά από τριάντα χρόνια και μου είπε, όπως συμβαίνει στις δεύτερες και τρίτες
αναγνώσεις, πολλά περισσότερα πράγματα. Επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πατάκης», και είναι επίκαιρο για πολλούς λόγους, ένας εκ των οποίων είναι η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών των εκτελεσθέντων αγωνιστών κομμουνιστών στην Καισαριανή τον Μάιο του 1944 φέτος.
df

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου