Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Arthur Koestler, Το μηδέν και το άπειρον (Ηριδανός)

 

 

Ο Νικολάι Ρουμπάσοφ, κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος Το μηδέν και το άπειρον είναι ένας παλιός μπολσεβίκος, ένας από εκείνους που πίστεψαν στην επανάσταση και αγωνίστηκαν για την επικράτησή της. Κάποια χρόνια μετά το ξέσπασμα επανάστασης και καθώς η «παλαιά φρουρά» αποδεκατίζεται, συλλαμβάνεται από το καθεστώς που βοήθησε να οικοδομηθεί φυλακίζεται και εξοντώνεται. Το Κόμμα, στο οποίο παραμένει πιστός, τον υποπτεύεται για αντικομματική συμπεριφορά και για αντεπαναστατική δράση. Έτσι φυλακίζεται και ανακρίνεται, αρχικά από έναν ανακριτή με τον οποίο τον συνδέουν κοινοί αγώνες κατά τα πρώτα χρόνια της επανάστασης και στη συνέχεια, όταν και αυτός ο παλιός του σύντροφος συλλαμβάνεται και εκτελείται, από τον βοηθό του.

Arthur Koestler, 109-1983

Ο Ρουμπάσοφ ανακαλεί το παρελθόν του και αναμετριέται με αυτό· αναμετριέται με τις ιδέες του και με τα ηθικά διλήμματα της επανάστασης. Το βασικό ζήτημα που τον απασχολεί και που βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου είναι αν ο σκοπός δικαιολογεί οποιοδήποτε μέσον για να επικρατήσει καθώς και τι συμβαίνει όταν το άτομο θυσιάζεται ολοκληρωτικά για μια «μεγάλη ιστορική ιδέα», όταν το άτομο, η μονάδα θέτει τον εαυτό του/της στην υπηρεσία της Ιστορίας. Στο τέλος ο Ρουμπάσοφ, μετά από σειρά ανακρίσεων, ομολογεί εγκλήματα που δεν είχε διαπράξει και αποδέχεται κατηγορίες εξωφρενικές, ακόμα και την απόπειρα δολοφονίας του Γενικού Γραμματέα του Κόμματος. Οι ομολογίες της ενοχής δεν είναι αποτέλεσμα μόνο των σωματικών και των ψυχικών καταναγκασμών αλλά προκύπτουν και ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης ανάμεσα σε δύο αντιλήψεις. Η πρώτη λέει ότι το άτομο έχει αυταξία και ηθική ευθύνη απέναντι στη συνείδησή του στην οποία και λογοδοτεί. Η δεύτερη λέει ότι το άτομο είναι μια απλή μονάδα όπως χιλιάδες άλλα/άλλες που στρατεύεται στην υπηρεσία ενός ανώτερου σκοπού, στο καλό της κοινωνίας και στην εξέλιξη της ιστορίας.

 

Οι δίκες της Μόσχας, 1931-1938

Ο Ρουμπάσοφ, ως μπολσεβίκος επαναστάτης, είχε υποβληθεί σε θυσίες, είχε υποστεί διώξεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια από τις δυνάμεις που ήθελαν την καταστολή της επανάστασης αλλά, αργότερα ως υψηλόβαθμο κομματικό στέλεχος, είχε οδηγήσει με τις αποφάσεις του ή με την αδράνειά του στον θάνατο πολλούς άλλους συντρόφους, ακόμα και τη γυναίκα με την οποία συνδεόταν ερωτικά, έστω και ελάχιστα. Πάνω από οτιδήποτε άλλο έθετε την κομματική πειθαρχία και τη συμμόρφωση στις αρχές της επανάστασης. Όταν οι συσχετισμοί στο Κόμμα αλλάζουν, πέφτει και ο ίδιος θύμα αυτής της λογικής. Η λογική που το Κόμμα ενστερνίζεται είναι ότι το άτομο δεν έχει, δεν δικαιούται να έχει, δική του αυτόνομη πορεία. Είναι ολοκληρωτικά δοσμένο στην υπηρεσία του ανώτερου σκοπού. Με άλλα λόγια το άτομο είναι το «μηδέν»· το Κόμμα, ο σκοπός, η διαρκής επανάσταση, η Ιστορία, οι μάζες είναι το «άπειρο».

Ο Ρουμπάσοφ φτάνει σε αυτόν τον προβληματισμό και αρχίζει να κλονίζεται για την ορθότητα των αντιλήψεων που έως τότε πιστά είχε υπηρετήσει όταν συνειδητοποιεί ότι το Κόμμα στρέφεται εναντίον του, όπως είχε στραφεί και εναντίον ολόκληρης της παλαιάς φρουράς των μπολσεβίκων (από τις αποκαθηλωμένες φωτογραφίες εκείνων των παλιών μπολσεβίκων στα κομματικά γραφεία δεν μένει παρά μόνο το μπάλωμα στους τοίχους!). Στο τέλος ο παλιός μπολσεβίκος εκτελείται στο κελί των εκτελέσεων αφού προηγουμένως σε δημόσια δίκη είχε αποδεχτεί τα πάντα, ιδίως ό,τι δεν είχε διαπράξει. Το ηθικό βάρος του τέλους δεν προέρχεται από την αθωότητά του –αθώος δεν ήταν, εννοείται- αλλά από την επίγνωσή των όσων έγιναν και των όσων υπηρέτησε πολιτικά, ιδεολογικά και φιλοσοφικά. Ο Ρουμπάσοφ ήταν θύμα των ίδιων των πρακτικών που εφάρμοσε όπως και πολλοί άλλοι μπολσεβίκοι εκείνης της πρώτης περιόδου.  

Το έργο είναι εμπνευσμένο από τις (τέσσερις) Δίκες της Μόσχας (1936-1938) κατά τις οποίες πολλοί παλιοί μπολσεβίκοι, κάποιοι εκ των οποίων και μέλη του πολιτικού γραφείου, κατηγορήθηκαν και εξοντώθηκαν από την κομματική γραφειοκρατία που είχε επιβάλει ο Ιωσήφ Στάλιν. Τα κατηγορητήρια αφορούσαν αντεπαναστατική και αντιπολιτευτική δράση.

 

Οι δίκες της Μόσχας, 1931-1938

Το βιβλίο Το μηδέν και το άπειρο (Darkness at Noon), είναι ένα πολιτικό και φιλοσοφικό μυθιστόρημα που εξετάζει πώς μια επανάσταση μπορεί να μετατραπεί σε ολοκληρωτικό καθεστώς. Μου θύμισε καθώς το διάβαζα το μυθιστόρημα του Λεονάρδο Παδούρα, Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά και είναι και αυτό εξίσου συναρπαστικό. Ο συγγραφέας του, Εβραίος ουγγρικής καταγωγής, μέλος του κομμουνιστικού κόμματος Γερμανίας έως το 1931, εξέδωσε αυτό το σπουδαίο βιβλίο το 1940 στην Αγγλία όπου είχε εγκατασταθεί με τη σύζυγό του.

df

 

 

 

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Περσεφόνη

 


Κάποια φορά θ’ αποφασίσω αλλιώς   Γιατί κάθε που ανεβαίνω φαρμακώνομαι   Να της σταθώ σαν κόρη, λέει, γιατί μαραζώνει   Αμέσως μόλις μ’ άρπαξαν έτρεξε τάχα πονεμένη στους δικούς της να τη λυπηθούν   Και από πάνω τους εκβίαζε   Και λίγο λίγο το κατέφερε να με γυρίζει πίσω κάθε τόσο

Αδιάντροπη και ψεύτρα όπως πάντα   Όλους τους έπεισε να τη λατρεύουν  σαν θεά με κάτι δήθεν τελετές και μπιχλιμπίδια   Στα δάχτυλα τους παίζει όπως θέλει με δάκρυα και απειλές

 Και τι κατάλαβα που ήμουνα μαζί της;   Συνέχεια η γκρίνια της στ’ αυτιά μου   Ανίκανη να ράψω ένα ρούχο   Ν’ απλώσω ένα σεντόνι   Να ΄χω έναν άντρα στο βρακί μου 

Αγύμναστη μ’ ανέβαζε κι ανάξια με κατέβαζε   Με έσερνε αχάραγα στα σταροχώραφα μέσα σε φίδια και σκορπιούς   Εκείνη θέριζε με τους εργάτες της κι εγώ έκλαιγα με το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια μου   Της έλεγα πως είναι από τα έμμηνα για να με παρατήσει ήσυχη

 Σκληρή γυναίκα   Για άντρα δεν ξαγρύπνησε ποτέ   Μήτε θα σκέφτηκε ότι μπορεί να το ’θελα κι αφέθηκα στον θείο μου, τον μόνο άξιο αρσενικό στο σόι της   Ότι μπορεί να το  ‘χαμε κι οι δυο μας συμφωνήσει   Για να ‘μαστε μαζί εκεί κάτω  

Δυο άτιμα κορμιά χαμένα   Και ξεγραμμένα απ΄ όλους


Δημήτρης Φωτεινόπουλος
Ιούνιος, 2026

 


Volkswagen van Hippi

 


 

Αφού τα πράγματα ήλθαν έτσι
λέω να πάρουμε εκείνο το παλιό βανάκι
να βάλουμε μέσα λίγες  κουρελούδες,
δύο sleeping bags
τα βιβλία που μας αρέσουν και την καφετιέρα μας
και να πηγαίνουμε σε μέρη με θάλασσα,

να καθόμαστε στην παραλία με τις ώρες

να διαβάζουμε
ή δίπλα στη φωτιά τυλιγμένοι σε ζεστά μπουφάν
να βλέπουμε τα φώτα απέναντι
και ν’ ακούμε μουσική από κάποια playlist.
 
Κι αν αντιληφθούμε κάτι ύποπτο
γρήγορα να μπαίνουμε μέσα ξανά
να σηκώνουμε τα κουρτινάκια λίγο
για να δούμε έξω τι θα γίνει
να κοιτιόμαστε στα μάτια
και να λυνόμαστε αγκαλιά στα γέλια.

 

 

 

Δημήτρης Φωτεινόπουλος
Νοέμβριος, 2020

 

Παραμονή Πρωτοχρονιάς

 


Μου αρέσουν τα μαύρα μακριά παλτά
που φτάνουν λίγο κάτω από το γόνατο,
φοριούνται πάνω από ζιβάγκο
κι έχουν τσέπες
να χωρούν ένα πλακέ μπουκάλι με κονιάκ
και σοκολάτες.
 
Μέσα σ' ένα τέτοιο τυλιγμένος,
παραμονή πρωτοχρονιάς,
με σηκωμένο τον γιακά,
πολύχρωμο κασκόλ και σκούφο,
έχοντας κάπου παραχώσει
έναν τόμο με ποιήματα του Billy Collins
και με σακίδιο στον ώμο
γεμάτο  σημειώσεις, ψευδαισθήσεις,
ντεπόν
και χτυπημένα εισιτήρια
τριγυρίζω,
αργά προς το βραδάκι πια,
σε δρόμους και παρόδους
για να βρω αυτό το αργοπορημένο καφενείο
όπου θα παραγγείλω τσάι του βουνού με μέλι
και θα γράψω
το τελευταίο ποίημα της χρονιάς.

 

 

 

Δημήτρης Φωτεινόπουλος
Ιανουάριος, 2020

 

Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα

 


Μου στέλνεις μία σέλφι σου
στο messenger
αργά, πολύ αργά 
μέσα στη νύχτα:

καλυμμένη με αφρόλουτρο
το κεφάλι ακουμπά 
στο χείλος
 της μπανιέρας
τα μαλλιά βρεγμένα
να γυαλίζουν
τραβηγμένα ψηλά.

Είμαι κομμάτια,
μου γράφεις από κάτω,
σε περιμένω να 'ρθεις
να με πάρεις αγκαλιά
να μου διαβάσεις παραμύθια
ώσπου να ξημερώσει. 

 

Δημήτρης Φωτεινόπουλος, Ποιήματα που γράφτηκαν
για να διαβάζονται το απόγευμα με τον καφέ, 2021
 

 

 

Τις κρύες μέρες

 



Τις κρύες μέρες του χειμώνα
αφήνω κατά μέρος ό,τι γράφω
βάζω τη θέρμανση στο φουλ 
και περιμένω να 'ρθεις
από τη δουλειά λίγο νωρίτερα
με κατακόκκινα τα μάγουλα
και με τη μυρωδιά του κρύου
πάνω σου

ν΄ αρχίσεις να κυκλοφορείς
στο διαμέρισμα
μόνο μ΄ένα μακρύ πουλόβερ
και καλτσάκια,
να κοιτάζεις ώρα απ' το παράθυρο
την κίνηση στο  Central Park
και να μ΄ ακούς
να παίζω το Love for Sale
και το I want to stey here
στο πιάνο.

 

 

 Δημήτρης Φωτεινόπουλος
Ιανουάριος, 2021

 

Τα χέρια σου

 


Μ' αρέσουν τα χέρια σου
όταν διπλώνουν τις πετσέτες τακτικά
για να τις φυλάξεις στο συρτάρι
όταν ισιώνουν τον γιακά του πουκαμίσου σου
καθώς το σιδερώνεις

όταν απλώνουν το ζεστό κερί
στο πόδι σου, όπως το έχεις
ν' ακουμπάει πάνω στ' άλλο,
καθισμένη στη μπανιέρα
ή όταν αγγίζουν τρυφερά 
τους τίτλους των βιβλίων μας
καθώς τους συλλαβίζεις

όταν τα χώνεις στα κρυφά 
μες στο βρακάκι σου
για μου πεις μετά από λίγο
«πρέπει να πάω ν’ αλλάξω»
ή όταν ανύποπτο με ρίχνουν
στο κρεβάτι
με νύχια κατακόκκινα
γυαλιστερά βαμμένα           
για 
να με κατασπαράξουν.

 

Δημήτρης Φωτεινόπουλος

Ιανουάριος, 2021

Arthur Koestler, Το μηδέν και το άπειρον (Ηριδανός)

    Ο Νικολάι Ρουμπάσοφ, κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος Το μηδέν και το άπειρον είναι ένας παλιός μπολσεβίκος, ένας από εκείνους που ...