Ο Χένρι Ντέιβιντ Θόρω (Henry David Thoreau,
1817-1862) ήταν Αμερικανός φιλόσοφος, συγγραφέας, πολιτικός διανοούμενος και
ποιητής. Γεννήθηκε στο Κόνκορντ της Μασαχουσέτη όπου και φοίτησε στο τοπικό
πανεπιστήμιο, έχοντας ως καθηγητή του, μεταξύ άλλων και τον Έμερσον, ο οποίος
σε μεγάλο βαθμό τον επηρέασε ιδεολογικά και φιλοσοφικά. Ακολούθησε το κίνημα
του «φιλοσοφικού υπερβατισμού», ένα κίνημα που εμφανίστηκε τις δεκαετίες του
1820 και 1830 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Υποστήριζε πως κάθε άνθρωπος έχει αγαθά
στοιχεία και αρετές, ότι έχει την ικανότητα να είναι καλός, ηθικός, αγνός,
έντιμος, ότι η αγάπη και η καλοσύνη ενυπάρχουν «φύσει» σε κάθε ανθρώπινο ον,
αλλά οι κοινωνικές συμβάσεις, οι θεσμοί, ο αστικός πολιτισμός, εν γένει, είναι
οι παράγοντες εκείνοι που τον διαφθείρουν και τον οδηγούν στην κακότητα, την
ανεντιμότητα, τη μισανθρωπία. Ο αστικός πολιτισμός, επίσης, δεν επιτρέπει στους
ανθρώπους να είναι αυτόνομοι και αυτάρκεις αλλά, αντιθέτως, τους οδηγεί στην
εξάρτηση από το χρήμα και τα περιττά αγαθά και στη συνεχή συσσώρευση πλούτου με
όποιες κοινωνικές και ηθικές επιπτώσεις μπορεί να έχει αυτή. Με το κίνημα του
«υπερβατισμού» συνδέθηκαν και άλλες σημαίνουσες προσωπικότητες όπως ο
δοκιμιογράφος, Ραλφ Ουάλντο Έμερσον, η δημοσιογράφος, Μάργκαρετ Φούλερ, ο ποιητής,
Ουόλτ Ουίτμαν.
| Henry David Thoreau, 1817-1862 |
Ο Χένρι Ντέιβιντ Θόρω είναι ευρύτερα
γνωστός για το φιλοσοφικό/πολιτικό του δοκίμιο, «Πολιτική Ανυπακοή» (1849). Το
έγραψε αφού είχε περάσει μια νύχτα στη φυλακή εξαιτίας της άρνησής του να
πληρώσει τον φόρο που είχε επιβάλει η πολιτεία για την κάλυψη των εξόδων του
αμερικανικο-μεξικανικού πολέμου (1846-48), πόλεμο με τον οποίο ο Θόρω
διαφωνούσε. Το συγκεκριμένο δοκίμιο συνιστά όχι απλώς κείμενο διαμαρτυρίας αλλά
και κάλεσμα πολιτικής ανυπακοής του πολίτη απέναντι σε ένα βάναυσο και καταπιεστικό
κράτος. Πρόκειται για ένα γνήσια επαναστατικό κείμενο (δεν πρέπει να αγνοούμε
ότι σε άλλα του εξυμνεί τον ακτιβιστή Τζον Μπράουν, έναν λευκό επαναστάτη που
αντιτίθεται στον θεσμό της δουλείας και μάχεται για την εξάλειψή της στις ΗΠΑ).
| Αντίγραφο της καλύβας του συγγραφέα στη λίμνη Walden |
Ωστόσο ένα από τα πιο ριζοσπαστικά κείμενά
του είναι το «Walden, ή Η ζωή στο δάσος» (1854), ένα έργο αφιερωμένο στην
αμερικανική φύση, στην επιδίωξη της αυτάρκειας και την κριτική, έως και την
απόρριψη, των θεσμών της κοινωνίας. Το «Walden» είναι, θα λέγαμε, ένα ημερολόγιο.
Σε αυτό ο Θόρω αφηγείται τις εμπειρίες του κατά τη διάρκεια των δύο χρόνων όταν
αποφάσισε να εγκαταλείψει την πόλη, τις αστικές συνήθειες και συμβάσεις και να
απομονωθεί σε μία καλύβα δίπλα στη λίμνη Γουόλντεν, μέσα στο δάσος, η οποία
ανήκε στο φίλο του, Ραλφ Ουάλντο Έμερσον. Ο Θόρω έχει την άποψη ότι η
ιδιοκτησία είναι βάρος και έχοτας αυτήν τη θέση, προσδιορίζει ποιες είναι οι
βασικές ανάγκες του ανθρώπου. Έτσι καταλήγει σε τρεις: την τροφή, τη στέγη και
το ρουχισμό. Σημαντικότερη θεωρεί την τροφή, ενώ η στέγη δεν είναι απολύτως
απαραίτητη. Μαζί του έχει ελάχιστα υπάρχοντα, κάποια πνευματικά, τα έπη του
Ομήρου στο πρωτότυπο. Ο συγγραφέας εξερευνά και μελετάει την τοποθεσία και αφού
κάνει τις απαραίτητες εργασίες το πρωί, για να εξασφαλίσει το φαγητό του και για
να καλύψει άλλες ανάγκες, επιδίδεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας που
απομένει στην ανάγνωση των κλασικών και στην παρατήρηση του φυσικού κόσμου, το
άκουσμα των πουλιών και των ζώων του δάσους ή των φυσικών φαινομένων.
Απολαμβάνει την απομόνωση και τη γαλήνη μέσα στην οποία έχει βρεθεί. Όταν
ξεσπάει μία μπόρα πάνω από το Κόνκορντ ο φυσιοδίφης Θόρω παρατηρεί τους
κεραυνούς και την οργή της φύσης, μέσα από την ασφάλεια που του προσφέρει η
καλύβα του.
| Σχεδιάγραμμα της λίμνης Walden |
Μετά το πρώτο διάστημα της εγκατάστασης, ο
συγγραφέας αρχίζει να επισκέπτεται γειτονικές λίμνες. Εκεί μένει έκθαμβος από
τα πεντακάθαρα νερά που καθρεφτίζουν στην επιφάνειά τους το γύρω φυσικό τοπίο,
εξετάζει τα παράξενα ζώα και έντομα που βλέπει στο δάσος (εστιάζει μάλιστα σε
ένα είδος σπάνιου τρωκτικού και σε δύο ομάδες από μυρμηγκιών, μία κόκκινη και
μία μαύρη, οι οποίες πολεμούν μεταξύ τους, κάτι που του ανακαλεί τις ομηρικές
μάχες που διαβάζει). Ζώντας μέσα σ’ ένα τέτοιο φυσικό περιβάλλον, ο Θόρω
προβληματίζεται για την παρέμβαση του ανθρώπου στη φύση. Του φαίνεται πρόστυχη
και προσβλητική, αφού αναπάντεχα παραπέμπει στον καπιταλισμό, στην εκμετάλλευση
της φύσης, στη συσσώρευση του πλούτου και στο κυνήγι για του προσωπικού οφέλους.
Θεωρεί τόσο καταστροφική την ανθρώπινη παρέμβαση ώστε φτάνει σε σημείο να
επιτρέψει σε σφήκες που έχουν μπει στην καλύβα του, να φτιάξουν μέσα σε αυτήν
τη φωλιά τους, θεωρώντας τη δική τους άκακη και αβλαβή σε σύγκριση με αυτή των
ανθρώπων.
Όσο πλησιάζει ο χειμώνας, το δάσος καλύπτεται σιγά-σιγά με χιόνι και οι λίμνες παγώνουν. Ο συγγραφέας προμηθεύεται ξύλα, κατασκευάζει τζάκι και καμινάδα και περνάει τον χρόνο του διαβάζοντας, παρατηρώντας το χιονισμένο τοπίο και αναλογιζόμενος τους προηγούμενους ενοίκους της καλύβας, τους χωρικούς, τους σκλάβους καθώς και τη μάχη του Ναπολέοντα στο Βατερλό. Ο χειμώνας στο δάσος είναι, αναμφισβήτητα, δύσκολος, όμως η ομορφιά του χιονισμένου τοπίου τον αποζημιώνει και αρκεί για να κρατήσει το συγγραφέα εκεί. Η άνοιξη ακολουθεί και ο Θόρω βλέπει τα χιόνια σιγά σιγά να λιώνουν, Αρχίζουν να εμφανίζονται ξανά και οι ψαράδες, αλλά και οι επιχειρηματίες που εμπορεύονται κομμάτια πάγου, τα οποία «κλέβουν» από τις λίμνες. Ο Θόρω περνάει ακόμα μία χρονιά, το 1847, στο δάσος, με τη φύση να κάνει τον ίδιο κύκλο για ακόμη μία φορά, όμως δεν περιγράφει αυτή του την εμπειρία στο βιβλίο· μας λέει πως ό,τι έγινε την προηγούμενη χρονιά επαναλήφθηκε. Επιστρέφοντας στην πόλη και στον αστικό πολιτισμό, ύστερα από αυτό το «διάλειμμα», από αυτό το ταξίδι ανακάλυψης (και αυτογνωσίας), ο Θόρω σκέφτεται πως το να κοιτάξει κανείς βαθιά μέσα στην ψυχή του είναι ό,τι πιο συναρπαστικό και ωφέλιμο μπορεί να κάνει κάποιος.
Το «διάλειμμα» του φυσιοδίφη, Θόρω από την αστική ζωή και η απομόνωσή του στο δάσος της Νέας Αγγλίας, στη λίμνη Walden είναι, μεταξύ άλλων, και μια προσπάθειά του να κατανοήσει καλύτερα την πόλη, παίρνοντας αποστάσεις από αυτήν. Ο συγγραφέας κάνει ποικίλες σκέψεις για την κοινωνία και τους θεσμούς του πολιτισμού. Επιστρέφει σε παλαιότερες μορφές ζωής και επιβίωσης που χαρακτηρίζονται από την απλότητα, τη λιτότητα, τη μικρότερη δυνατή εξάρτηση, την αυτάρκεια. Μάλιστα, όταν έρχονται κάποιοι επισκέπτες στην καλύβα, εκείνος δεν τους προσφέρει καν γεύμα, όπως συνηθιζόταν όταν κάποιος έρχεται από μακριά. Από ένα σημείο και μετά, βλέπει τους συνανθρώπους του με τον ίδιο τρόπο που βλέπει τα πουλιά και τα ζώα του δάσους, θεωρώντας τους όλους αδιακρίτως «εισβολείς» και «βάρβαρους γείτονες». Πολλοί θεωρούν τη φιλοσοφία του Θόρω ως συναφή εκείνης των υπαρξιστών, των χίππυς, των αυτόνομων κοινοτήτων, των πρώιμων αναρχικών, των οπαδών του ουτοπικού σοσιαλισμού και πρόδρομο των οικολογικών κινημάτων του τέλους του εικοστού αιώνα.
Οι επιρροές που άσκησε αυτό το έργο του Θόρω είναι πολλές, και στις τέχνες (λογοτεχνία και κινηματογράφο) και στον πολιτικό και φιλοσοφικό στοχασμό, ακόμα και στον τρόπο του βίου. Είναι μια τολμηρή ματιά πάνω στον τρόπο ζωής εντός της οργανωμένης κοινωνίας, που φανερώνει δυνατότητες αλλαγής και βελτίωση, αν καθένας από εμάς προσπαθήσει να ζει με λιγότερα και να βασίζεται στις δικές του ικανότητες. Κατά τη δεκαετία του 1960, περίοδο που άνθισαν πολλά κινήματα αμφισβήτησης και διαμαρτυρίας, πολλοί φοιτητές με ριζοσπαστικές απόψεις, στο πλαίσιο του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα, κυκλοφορούσαν με το βιβλίο αυτό του Θόρω, δίπλα στο On the Road (1957), του Τζακ Κέρουακ.
| Η πρώτη έκδοση του βιβλίου |
Ένα πραγματικά αξιόλογο βιβλίο, ένα
δοκίμιο επίκαιρο όσο λίγα στην εποχή μας, την εποχή της άκρατης
εμπορευματοποίησης του φυσικού πλούτου, της υπερεκμετάλλευσης της φύσης στο
όνομα της «ανάπτυξης».



