Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Arthur Schopenhaouer, Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο (Πατάκης)

 



Σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι θα προσέρχονταν σε συζητήσεις με καλή πίστη και με στόχο από κοινού να διερευνήσουν την αλήθεια και δρόμους προσέγγισης αυτής, το σύγγραμμα Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο (γερμανικός τίτλος Die Kunst Recht zu Behalten), μάλλον δεν θα ήταν αναγκαίο. Η πραγματικότητα όμως δείχνει ότι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτό δεν συμβαίνει. Στους διαλόγους οι άνθρωποι δεν προσπαθούν να οδηγηθούν στην αλήθεια και να επιλύσουν ζητήματα με καλές προθέσεις και με συνεργατικό πνεύμα αλλά να επικρατήσουν· ούτε να αναζητήσουν το καλύτερο για τους πολλούς αλλά να επιτύχουν το καλύτερο μόνο για τους εαυτούς τους, εις βάρος της αλήθειας και, κάποτε, και της λογικής. Η επιδίωξη της επικράτησης με κάθε μέσο, η οποία υποκινείται από τη ματαιοδοξία και την ιδιοτέλεια τίθεται από τους περισσότερους ως προτεραιότητα εις βάρος της ειλικρίνειας και της έντιμης προσπάθειας πειθούς. Αυτή η δυσάρεστη διαπίστωση οδήγησε τον Γερμανό φιλόσοφο Αρθούρο Σοπενχάουερ στη συγγραφή του συγκεκριμένου δοκιμίου, θέλοντας να καταγράψει ορισμένα τεχνάσματα, κάποια «τρικς» προκειμένου οι συμμετέχοντας σε διαλόγους να επικρατούν επί των αντιπάλων τους. Έτσι αυτή η μικρή πραγματεία παρουσιάζεται ως ένα εγχειρίδιο επικράτησης σε οποιαδήποτε διαλογική αντιπαράθεση. «Εριστική διαλεκτική», έγραψε ο ίδιος ο Σοπενχάουερ, δίνοντας έναν ειρωνικό τόνο στο όλο εγχείρημα, «είναι η τέχνη του να λογομαχεί κανείς με τέτοιον τρόπο που να υπερασπίζεται επαρκώς τις θέσεις του, είτε έχει το δίκιο με το μέρος του είτε όχι. Σε μια αντιπαράθεση, πρέπει να αγνοούμε την αντικειμενική αλήθεια, ή μάλλον να την εκλαμβάνουμε ως μια τυχαία συγκυρία, και να επικεντρωνόμαστε στην υπεράσπιση των θέσεών μας και στην αντιμετώπιση του αντιπάλου μας».

Ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να πάρουμε κατά γράμμα τα παραπάνω. Εννοείται πως ο συγκεκριμένος φιλόσοφος, από τους σημαντικότερους του 19ου αιώνα, δεν μπορούσε να είχε αυτές τις προθέσεις όταν έγραφε την πραγματεία αυτή. Ο πραγματικός του στόχος ήταν να επιστήσει την προσοχή των αναγνωστών του στα τεχνάσματα που μετέρχονται οι άλλοι συζητητές σε διάφορα πεδία του δημόσιου (δικαστήρια, πολιτική, διαφήμιση, μέσα επικοινωνίας) αλλά και του ιδιωτικού διαλόγου. Προφασίζεται πως διδάσκει τη «στρεψοδικία», όπως χαρακτήρισε αργότερα τη ρητορική ενώ κατ’ ουσίαν διδάσκει τρόπους για τον εντοπισμό της και, επομένως και για την αντιμετώπισή της. Γι’ αυτό αναφέρει τριάντα οκτώ (38) τεχνάσματα (για παράδειγμα την απόκρυψη των πραγματικών μας σχεδίων, τη γενίκευση των θέσεων του αντιπάλου μας, την επιδίωξη του εκνευρισμού του, τον ισχυρισμό ότι επικρατήσαμε παρότι ηττηθήκαμε, τις συνεχείς διακοπές, τη λήψη του ζητούμενου, την αντιστροφή των όρων, τις ποικίλες διαστρεβλώσεις, την πίεση προς το ακροατήριο και διάφορα άλλα).

Arthur Schopenhaouer, 1788-1860 


Ο Σοπενχάουερ γνώριζε άριστα την αρχαία ελληνική γραμματεία. Επομένως γνώριζε ότι οι αρχαίοι φιλόσοφοι άρχισαν να διερευνούν βαθύτερα τη φύση των όντων και έτσι έφτασαν και στην τέχνη της ρητορικής, της τέχνης δηλαδή που αποσκοπούσε στην επικράτηση μέσα σε μια αντιπαράθεση, ανεξαρτήτως από την αλήθεια ή την ουσία του εκάστοτε ζητήματος. Την τέχνη αυτή την τελειοποίησαν οι σοφιστές της αρχαίας Αθήνας, τους οποίους ακριβώς λόγω αυτής της παραπλανητικής, διαστρεβλωτικής και ανέντιμης πολιτικής τους, απεχθάνονταν ο Σωκράτης και ο Πλάτων. Και ακριβώς στο σημείο αυτό εμφανίζεται ο φιλόσοφος ως υπεύθυνος, έντιμος και ικανός διανοούμενος. Αυτός είναι ο τύπος εκείνος του ανθρώπου που ανάγει τη συμπόνια και την αλληλεγγύη ως θεμέλιους λίθους της κοινής ζωής αλλά ταυτοχρόνως διαθέτει και τις διανοητικές ικανότητες να εντοπίζει και να απομονώνει και να καταρρίπτει τις στρεψόδικες, παράλογες και ανειλικρινείς θέσεις των σοφιστών. Και φαίνεται πως και ο Σοπενχάουερ ένα τέτοιο καθήκον επιφυλάσσει για τον εαυτό του.

Βεβαίως ο Σοπενχάουερ ήταν πολύ πιο σύνθετη προσωπικότητα. Γνωστός για τον περιβόητο πεσιμισμό του, αντιμετώπισε την απομόνωση και τον αποκλεισμό από το πανεπιστημιακό κατεστημένο. Αυτή η μεταχείριση από τους καθηγητές του πανεπιστημίου τον οδήγησαν να στηλιτεύει με κάθε ευκαιρία τη στενότητα του πνεύματός τους, τη μικροψυχία τους και την ελλειμματική τους νοημοσύνη. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, να συνέγραψε αυτή την πραγματεία παρακινούμενος όχι μόνο από μια διάθεση παιγνιώδη και ειρωνική και από μια ανάγκη άμυνας απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους και στη στάση που τηρούσαν. Άλλωστε και ο ίδιος διαπιστώνει ότι σε μια διαλογική αντιπαράθεση μπορεί να ηττηθεί ακόμα και αυτός που έχει δίκιο σε όλα κι αυτό να συμβεί από έλλειψη ετοιμότητας, στιγμιαίας αμηχανίας και διστακτικότητας. Κάτι τέτοιες περιπτώσεις φαίνεται να θέλει να προλάβει με την Τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο ή, έστω, να τις περιορίσει σημαντικά.      

 

Ντάντσιχ/Γκντανσκ, πόλη όπου γεννήθηκε ο Σοπενχάουερ


Ο Αρθούρος Σοπενχάουερ (1788–1860) έμεινε γνωστός κυρίως για το έργο του Ο Κόσμος ως Βούληση και Παράσταση. Έζησε την εποχή μετά τον Immanuel Kant και επηρεάστηκε έντονα από αυτόν. Η πιο σημαντική του έννοια της φιλοσοφίας του είναι η «Βούληση» (Will). Πίστευε ότι ο κόσμος έχει δύο όψεις: την παράσταση, δηλαδή αυτό που βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε και τη βούληση, μια τυφλή, ακατάπαυστη δύναμη που κινεί τα πάντα. Αυτό, κατά την άποψή του, σημαίνει πως δεν είμαστε τόσο λογικοί όσο νομίζουμε αλλά ότι, αντιθέτως, μας καθοδηγούν βαθύτερες, ασυνείδητες επιθυμίες αλλά ούτε και όσο ελεύθεροι όσο θα θέλαμε. Στην πραγματικότητα δεν ελέγχουμε εμείς τη ζωή μας· αντιθέτως, μια τυφλή δύναμη, η βούληση, μας σπρώχνει συνεχώς να θέλουμε πράγματα, και η εκπλήρωση αυτής των επιθυμιών μας κάνει να υποφέρουμε. Σε αυτό το σημείο έγκειται και ο περίφημος πεσιμισμός του: η ζωή είναι γεμάτη πόνο και ανικανοποίητες επιθυμίες· όταν ικανοποιούμε μια επιθυμία, κυριευόμαστε από ανία και πλήττουμε- βαριόμαστε· όταν, πάλι, δεν την ικανοποιούμε, υποφέρουμε. Άρα, για εκείνον, η ζωή ταλαντεύεται ανάμεσα σε πόνο και ανία. Οι τρόποι διαφυγής είναι η τέχνη, ιδίως η μουσική, η επίδειξη συμπόνια προς τους συνανθρώπους μας και  η απάρνηση των επιθυμιών μας (επιρροή από τις ανατολικές φιλοσοφίες). Σε αυτό το «πεσιμιστικό» (είναι όμως, πράγματι, πεσιμιστικό;) πνεύμα εντάσσεται και η πραγματεία Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο, αυτό το μικρό, κομψό και ειρωνικά παιγνιώδες σύγγραμμα που εν ολίγοις μας λέει αυτό: «τέτοια πράγματα συμβαίνουν όταν συζητάμε —έχε τον νου σου, άνοιξε τα μάτια σου και πρόσεχε». Και κάτι ακόμα μας λέει: «εσύ, αναγνώστη θα παίξεις το παιχνίδι με τα ίδια όπλα ή θα περιοριστείς στον εντοπισμό των εξαπατήσεων και στην αντιμετώπισή τους με έντιμους και λογικούς τρόπους;»


df

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

George Orwell, Ανάσες (Aίολος)

 



Ο George Bowling είναι ένας μεσήλικας ασφαλιστής, παντρεμένος, με παιδιά που ζει μια ζωή «τακτοποιημένη», μετρημένη, ωστόσο μέσα του νιώθει να ασφυκτιά, να πνίγεται. Νιώθει ότι αυτή η ζωή, η βολεμένη και καλοβαλμένη, έχει γίνει γι’ αυτόν στενή, άχαρη, μηχανική. παρατηρεί ότι ο κόσμος γύρω του αλλάζει και έχει έντονο το προαίσθημα προς κάτι σκοτεινό και απειλητικό πλησιάζει. Κάποια στιγμή, παρακινημένος από μια εσωτερική ανάγκη να «πάρει ανάσα», αποφασίζει να γυρίσει στον τόπο όπου μεγάλωσε, αναζητώντας κάτι από την παλιά αθωότητα, τις παιδικές του μνήμες και μια αίσθηση ελευθερίας που του λείπει. Όταν όμως επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο, σε ένα εξοχικό μέρος της Αγγλίας, αυτό που βρίσκει δεν είναι ακριβώς αυτό που θυμόταν.

Οι «Ανάσες» (Coming Up for Air), που ο Όργουελ έγραψε το 1938 και εκδόθηκε έναν χρόνο αργότερα, δεν είναι βιβλίο δυστοπίας όπως το 1984 ή η Φάρμα των ζώων, βιβλία που καθιέρωσαν τον συγγραφέα τους. Είναι ένα πολύ πιο ανθρώπινο, μελαγχολικό και πιο «εσωτερικό» μυθιστόρημα· πικρό, τρυφερό, ειρωνικό, υπαρξιακό. Τα θέματα που θίγονται εκεί είναι η νοσταλγία για έναν κόσμο που χάθηκε, η πίεση και η ψυχική ασφυξία που προκαλεί στους ανθρώπους η φαινομενικά αδιατάραχτη και ανέφελη καθημερινότητα, ο φόβος για έναν πόλεμο που όλα δείχνουν πως είναι προ των πυλών και, κυρίως, το πώς ο άνθρωπος προσπαθεί να κρατήσει κάτι αληθινό μέσα του, ενώ όλα γύρω αλλάζουν. Καθώς το διαβάζεις σου μεταδίδει την αίσθηση ότι κάτι πολύτιμο έχει χαθεί ή χάνεται μπροστά στα μάτια σου και ότι οι άνθρωποι, μαζί με αυτό το πολύτιμο στοιχείο που χάνεται, χάνουν και όψεις, κομμάτια του εαυτού τους, της ύπαρξής τους, του παρελθόντος τους.

Οι «ανάσες» που επιχειρεί να πάρει ο ήρωας στην εξοχή της Αγγλίας δεν είναι τίποτα άλλο από την ιστορία ενός ανθρώπου που προσπαθεί να ξαναβρεί εκδοχές, πλευρές, στοιχεία, τον αέρα της παλιάς ζωής του και που ανακαλύπτει με θλίψη πως ότι ο χρόνος δεν επιστρέφει και πως όλα όσα επιχείρησε να ξαναβρεί έχουν τελεσίδικα χαθεί. Βασικά είναι ένα μυθιστόρημα για τον πνιγμό της ζωής, που εκφράζεται χαρακτηριστικά από τον τίτλο του: να ξεμυτίσεις για λίγο από κάτι, από μια πνιγηρή συνθήκη που σου στερεί τον αέρα, σου παίρνει το οξυγόνο, σου στερεί τη ζωή και τις όποιες χαρές της.

Ποιος είναι ο ήρωας πραγματικά; Ο ήρωας, ο George Bowling, δεν είναι «συμπαθητικός ήρωας» με τον κλασικό τρόπο. Είναι λίγο γκρινιάρης, λίγο αυτάρεσκος, λίγο πικρός — και ακριβώς γι’ αυτό μοιάζει αληθινός. Είναι ένας άνθρωπος που τον έχουν απορροφήσει η ρουτίνα, οι συνήθειες και οι ποικίλες συμβάσεις και υποχωρήσεις της καθημερινότητας, που νιώθει ότι η ζωή του πέρασε χωρίς να το καταλάβει και αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι κάποτε υπήρξαν περίοδοι στις οποίες ήταν πιο «ζωντανός» απ’ ό,τι στο παρόν. Δεν είναι απλώς ότι βαριέται τον γάμο του ή τη δουλειά του· στην πραγματικότητα είναι κάτι πιο υπαρξιακό: νιώθει ότι έχει γίνει άλλος άνθρωπος —ίσως και χειρότερος. Έτσι αποφασίζει να επιστρέψει στο παρελθόν, εκεί όπου μπορεί να ξαναβρεί τη χαμένη του ζωτικότητα και να αναγεννηθεί όσο μπορεί και όσο προλαβαίνει. Στο σημείο αυτό όμως είναι, κατά τη γνώμη μου, και το πιο ουσιώδες σημείο του βιβλίου. Ο George Bowlin δεν επιστρέφει απλώς σε έναν τόπο. Επιστρέφει σε μια αίσθηση ζωής: τότε που ο κόσμος φαινόταν μεγάλος και που όλα ήταν πιο αθώα, τότε που υπήρχε μυστήριο και πολλά να μάθει και να ανακαλύψει κάποιος, τότε που το μέλλον ήταν ανοιχτό σε κάθε πιθανότητα και εκδοχή, τότε που ακόμη και μια λίμνη, ένα ψάρεμα, ένας δρόμος, είχαν μαγεία. Ο George Bowlin ξέρει κατά βάθος ότι δεν αναζητά μόνο την χωρική επιστροφή στον γενέθλιο τόπο. Η επιστροφή του εκεί είναι η αναζήτηση του εαυτού του, όσο του είναι εφικτό και πριν τον χάσει οριστικά. Ψάχνει τον εαυτό του πριν χαθεί. Αυτό είναι και το πιο συγκινητικό σημείο του βιβλίου και μας το λέει ο Όργουελ πολύ καλά: πολλές φορές στη ζωή δεν μας λείπει «το παλιό μέρος», ένα μέρος όπου ζήσαμε κάποιες περιόδους της ζωής μας (τα μαθητικά μας χρόνια, η επαρχία των καλοκαιριών μας, τα μέρη όπου σπουδάσαμε ή κάναμε τη στρατιωτική μας θητεία κ.ο.κ) εκείνο που μας λείπει πραγματικά είναι ο παλιός μας εαυτός.

Είναι όμως και κάτι άλλο. Η νοσταλγία, κάθε νοσταλγία, δεν είναι αθώα –το ξέρουμε. Και ο Orwell αυτό μας το υπενθυμίζει: προσοχή —η νοσταλγία είναι αληθινή, αλλά και απατηλή. Ο ήρωας θυμάται το παρελθόν εξιδανικευμένο, περίπου ως κάτι ιερό, τελικά όμως δεν ήταν τόσο τέλειο όσο το θυμόταν. Το παρελθόν, και η επάνοδος εκεί μέσα από την επιστροφή στον γενέθλιο τόπο, λειτουργεί περισσότερο ως καταφύγιο παρά ως αλήθεια, και μάλιστα ως ανακούφιση. Και αυτό το τελευταίο στοιχείο είναι που μας πονάει περισσότερο: όταν πάμε να ξαναβρούμε το «τότε», δεν βρίσκουμε ποτέ το ίδιο πράγμα. Όχι μόνο επειδή άλλαξε ο τόπος και οι περιστάσεις αλλά επειδή αλλάξαμε εμείς.

George Orwell, 1903-1950


Το βιβλίο είναι βαθιά μελαγχολικό επειδή πίσω από την προσωπική κρίση του ήρωα υπάρχει και μια ολόκληρη εποχή που πεθαίνει. Το βιβλίο γράφεται λίγο πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ο Orwell το χρησιμοποιεί για να δείξει ότι ο παλιός κόσμος της Αγγλίας με τα θετικά και με τα αρνητικά του χαρακτηριστικά, σβήνει, παραχωρώντας τη θέση του σε κάτι πιο βιομηχανικό, πιο άψυχο, πιο μαζικό, πιο απειλητικό. Άρα το βιβλίο δεν λέει μόνο «γέρασα» όπως διαπιστώνει ο ήρωες· λέει και: «ο κόσμος έγινε ξένος και δυσκολεύομαι να βρω τη θέση μου μέσα εκεί».

Στις Ανάσες δεν συμβαίνουν «μεγάλα πράγματα», η όποια δράση είναι εσωτερική, όλα συμβαίνουν στον νου και στη ψυχή του προσώπου που επιστρέφει και αναπολεί. Είναι βιβλίο βαθιά εσωτερικό, υπόγεια τραγικό. Η αίσθηση που μου μετέδωσε, με λεπτή ειρωνεία σε κάποια σημεία , είναι περίπου: «πώς και πότε ακριβώς έγινε έτσι η ζωή;» και, κυρίως, «ό,τι και να κάνουμε ο χρόνος μας νικάει». Η όποια επιστροφή μας στο παρελθόν δεν είναι πραγματική ελπίδα. Είναι σχεδόν από την αρχή μια καταδικασμένη τελετή. Όχι επειδή ο τόπος στον οποίο επιστρέφουμε άλλαξε, αυτό είναι αναπόφευκτο αλλά επειδή είναι αδύνατον να επιστρέψουμε στον εαυτό που θυμόμαστε ότι κάποτε υπήρξαμε.

Πολλά βιβλία για τη νοσταλγία λένε: «το παρελθόν χάθηκε, κρίμα». Οι Ανάσες όμως λένε και κάτι πιο οδυνηρό: «ακόμη κι αν ήταν δυνατόν να το βρεις άθικτο αυτό το παρελθόν, εσύ πλέον δεν θα είσαι ο άνθρωπος που θα μπορούσε να το ζήσει». Κι αυτό δύσκολα υποφέρεται. Οι Ανάσες αυτό μας λένε πάνω κάτω: «πρόσεχε, μπορεί να έχει ήδη χαθεί κάτι ουσιώδες μέσα σου χωρίς να το κατάλαβες». Και αυτό δεν το ξεχνάμε εύκολα.

df

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Τότε ιδίως να σταθείς



Τους έρωτες να φοβάσαι, ω καρδιά,
τους ξαφνικούς κι ορμητικούς που συνεπαίρνουν.
Και αν δεν μπορείς ν' αντισταθείς,
ολίγον τη φορά να ενδίδεις.
 
Κι όταν θα νιώσεις έτοιμη για το μεγάλο ναι,
πεισμένη από υποσχέσεις για αιώνια ευτυχία,
αν τύχει και σε πλησιάσει κάποιος άγνωστος που ξέρει
και σου πει: «Μη βιάζεσαι· τα πράγματα δεν είναι όπως δείχνουν»
ή -κυριότατα αυτό- εάν προσπέρασες σημάδια ύποπτα
από ελπίδα ή από παραφορά,
τότε ιδίως να σταθείς και κάθε απόφαση σημαντική
να την καθυστερήσεις·
ας περιμένουν κι οι γονείς κι οι φίλοι κι όλοι οι άλλοι·
και το μεγάλο ναι ας περιμένει (το λες πιο ύστερα)·
 
τότε ιδίως να σταθείς
ν' ακούσεις επιτέλους σοβαρά
εκείνη την ελάχιστη φωνή της διαισθήσεώς σου.

 

 

Δημήτρης Φωτεινόπουλος

Aπρίλιος, 2026


Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

André Malraux, Η ανθρώπινη μοίρα (Οι εκδόσεις των φίλων)

 


 

Η υπόθεση του βιβλίου Η ανθρώπινη μοίρα (La Condition humaine) που ο André Malraux έγραψε το 1933, διαδραματίζεται στη Σαγκάη το 1927, σε μια εποχή πολιτικής αναταραχής και επαναστατικών συγκρούσεων. Η Κίνα βρίσκεται σε εμφύλια κατάσταση, με τις δυνάμεις των κομμουνιστών να έχουν ξεκινήσει εξέγερση ενάντια στους εθνικιστές του Κουομιντάνγκ και του στρατηγού Τσανγκ Κάι Σεκ. Η επανάσταση καταπνίγεται και ακολουθούν διώξεις και εκτελέσεις. Ωστόσο το πολιτικό γεγονός λειτουργεί ως φόντο· στο επίκεντρο βρίσκεται ο άνθρωπος.

Η πλοκή ακολουθεί μια ομάδα χαρακτήρων, επαναστάτες, διανοούμενους και απλούς ανθρώπους, καθώς παλεύουν με τις ιδέες τους, τον φόβο, την αγωνία και την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη μπροστά στο μεγάλο πολιτικό διακύβευμα της επανάστασης, της αποτυχίας και θανάτου. Μέσα από την πορεία του καθενός, ο συγγραφέας εξερευνά την ανθρώπινη μοίρα, τις αξίες, τις εσωτερικές συγκρούσεις, το νόημα της πολιτικής στράτευσης και της επαναστατικής δράσης. Ο Κίο (Kyo Gisors) είναι ένας Ιάπωνας επαναστάτης, ιδεαλιστής, ηγετική μορφή της εξέγερσης. Πιστεύει βαθιά στην επανάσταση αλλά συγκρούεται με το ερώτημα: έχει νόημα ο αγώνας όταν η ήττα είναι σχεδόν βέβαιη; Ο Κατόβ (Katov) είναι Ρώσος επαναστάτης, εκπροσωπεί την αλληλεγγύη και την ηθική αξιοπρέπεια μπροστά στον θάνατο. Ο Τσεν (Tchen), νεαρός φανατικός επαναστάτης που ενσαρκώνει την απόλυτη αφοσίωση στην ιδέα αλλά και τη μοναξιά της τρομοκρατικής πράξης. Το βιβλίο, άλλωστε, ξεκινά με μια πολιτική δολοφονία την οποία εκτελεί ο Τσεν με θύμα έναν μεσάζοντα όπλων που προορίζονταν για τις δυνάμεις του Τσαγκ Κάι Σεκ. Ο Ζισόρ (Gisors) είναι ο πατέρας του Κίο, διανοούμενος και πιο αποστασιοποιημένος, εκπροσωπεί τη φιλοσοφική ματιά πάνω στα γεγονότα.

Τα θέματα που πραγματεύεται η Ανθρώπινη μοίρα είναι βαθιά υπαρξιακά. Ο άνθρωπος είναι, βασικά, μόνος και εκτεθειμένος στη δυναμική της ιστορίας. Η στάση του, οι όποιες του επιλογές και, τελικά, η ελευθερία του δοκιμάζονται μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι και στον αγώνα. Παράλληλα τίθεται και ένα ερώτημα: είναι προτιμότερο να δρα κάποιος, ακόμα κι αν ξέρει ή όταν βλέπει πως οι καταστάσεις οδηγούνται στην ήττα και στη συντριβή ή να παραμένει παρατηρητής; Μέσα από τη στάση των περισσότερων από τα πρόσωπα του μυθιστορήματος προκύπτει η απάντηση η πολιτική στράτευση και η ο δρόμος της επανάστασης δεν είναι απλώς πολιτική στάση αλλά ο τρόπος να δώσουν νόημα στη ζωή τους. Το μυθιστόρημα κορυφώνεται με σκηνές σύλληψης και εκτέλεσης.
Και τότε το ερώτημα γίνεται: πώς πεθαίνει κανείς; Με φόβο ή με συνείδηση;

 Ο Κλαπίκ και ο Χίμμερλιχ

Θα σταθώ ιδιαίτερα σε δύο από τα πρόσωπα που κινούνται στο βιβλίο, τον Κλαπίκ και τον Χίμμερλιχ. Ο Κλαπίκ (Clappique) είναι, πιστεύω, από τους πιο παράξενους και σύνθετους χαρακτήρες. Δεν είναι καθαρός επαναστάτης όπως ο Κίο ούτε ο ήρωας με τραγικό μεγαλείο όπως ο Κατόβ και, εννοείται δεν είναι ο ακτιβιστής Τσεν· έχει κάτι πιο αμφίσημο και γι’ αυτό πολύ ανθρώπινο. Είναι ο τύπος του κοσμοπολίτη τυχοδιώκτη. Ζει ανάμεσα σε εμπόρους όπλων, τζόγο, υπόγειες συμφωνίες. Κινείται μέσα στο χάος της ταραγμένης Σαγκάης με άνεση και μια σχεδόν θεατρική ελαφρότητα. Αφηγείται ιστορίες, μπλέκει την αλήθεια και το ψέμα, την πραγματικότητα και τη φαντασία. Δίνει την εντύπωση πώς ζει μέσα σε ρόλους που ο ίδιος επινοεί. Είναι ο μη-ήρωας, εντελώς αντι-ηρωικό πρόσωπο: ούτε το το ιδεολογικό βάθος των άλλων προσώπων έχει ούτε ατρόμητος είναι. Αντιθέτως, φοβάται και ο φόβος του είναι πολύ «ανθρώπινος», σχεδόν καθημερινός. Ο Μαλρό τον σκιαγραφεί ως τον άνθρωπο που δεν είναι φτιαγμένος για ηρωικές πράξεις αλλά μπλέκεται μέσα στην Ιστορία. Μέσα στη δίνη της παίζει ρόλους για να αντέξει το κενό. Σε αντίθεση με τον Τσεν, που ενσαρκώνει την καθαρή πράξη, τον ατόφιο ακτιβισμό, ή τον Κίο, που δρα απολύτως συνειδητοποιημένα, ο Κλαπίκ μέσα στο μυθιστόρημα είναι η αστάθεια, η θεατρικότητα, η ειρωνεία· ο πιο σύγχρονος χαρακτήρας του βιβλίου. «Θολός» ίσως είναι η κατάλληλη λέξη, και αμφίσημος. Σε κανένα σημείο του βιβλίου δεν κατάλαβα αν πιστεύει πραγματικά σε κάτι ή αν απλώς επιβιώνει μέσα από ρόλους. Κάνει συναλλαγές, κάνει δουλειές με όλους, κινείται ανάμεσα σε στρατόπεδα, δεν ταυτίζεται με καμία πλευρά, έχει την ικανότητα να προσαρμόζεται. Δεν έχει την καθαρή γραμμή των επαναστατών ούτε την ωμή συνέπεια των στρατιωτικών. Κατάλαβα ότι είναι ο άνθρωπος της αφήγησης, ότι μιλά σαν να παίζει θέατρο, ότι σκηνοθετεί τον εαυτό του, ότι κινείται ανάμεσα σε ιδεολογία, συμφέρον, φόβο, γοητεία και ότι  η φλυαρία του, οι ιστορίες του λειτουργούν ως άμυνα απέναντι στον τρόμο. Όταν η Ιστορία γίνεται ωμή, ο Κλαπίκ γίνεται πιο νευρικός, πιο διασπασμένος, ακόμα πιο «θολός»: ούτε ήρωας ούτε προδότης. Είναι ο άνθρωπος που δεν αντέχει το απόλυτο. Σκεφτόμουν ότι σε ένα μυθιστόρημα όπου όλοι δοκιμάζονται στα άκρα, ο «θολός» χαρακτήρας είναι αυτός που μοιάζει πιο κοντά στη δική μας καθημερινή συνθήκη. Κινείται στο ημίφως: δεν είναι κυνικός μέχρι τέλους· δεν είναι ηρωικός και δεν είναι αφελής. Αλλά είναι αυτή η ασάφεια που τον κάνει και τραγικό με έναν πιο χαμηλό, καθημερινό τρόπο. Δεν πεθαίνει «μεγαλόπρεπα» -ζει αμφίβολα. Όμως προσοχή: δεν παρουσιάζεται ως «προδότης». Περισσότερο πρόκειται για έναν χαρακτήρα που ζει σε μια πόλη-χάος (τη Σαγκάη του ’27) και επιβιώνει όπως μπορεί. Ο Κλαπίκ δεν πάει ποτέ στο κέντρο. Κυκλοφορεί στις παρυφές, στα καφέ, στις λέσχες, στις διαπραγματεύσεις, στα παρασκήνια. Είναι τυχοδιώκτης. Αλλά ο τυχοδιωκτισμός του δεν είναι απλώς φιλοχρηματία ή κυνισμός. Είναι και τρόπος να αποφύγει το απόλυτο. Να μη δεσμευτεί μέχρι θανάτου. Να μείνει «ζωντανός» — έστω και μέσα στην ασάφεια. Μερικές φορές τέτοιοι χαρακτήρες λειτουργούν σαν καθρέφτης. Δεν μας λένε ρητώς τι είναι αυτοί· μας ρωτούν τι θα κάναμε εμείς αν ζούσαμε σε παρόμοιες συνθήκες. Θα ορμούσαμε στη φωτιά όπως ο Κίο ή θα κινούμασταν στο ημίφως για να επιβιώσουμε;

Ο Χίμμερλιχ (Himmerlich) είναι μια άλλη ενδιαφέρουσα μορφή. Είναι Γερμανός επαναστάτης αλλά, σε αντίθεση με τους άλλους, δεν είναι άνθρωπος της πράξης με την ίδια ένταση. Είναι διανοούμενος – ιδεολόγος. Πιστεύει βαθιά στη θεωρία, στην Ιστορία ως αναγκαιότητα. Περισσότερο σκέπτεται παρά δρα. Είναι απομονωμένος, σχεδόν εσωστρεφής. Έχει μια εσωτερική πειθαρχία, μια σοβαρότητα που τον κάνει λιγότερο «θεατρικό» από τον Κλαπίκ και λιγότερο παθιασμένο από τον Τσεν. Αν ο Κλαπίκ κινείται στο ημίφως της επιβίωσης, ο Χίμμερλιχ κινείται στο ημίφως της σκέψης. Δεν είναι ο άνθρωπος που ριψοκινδυνεύει αυθόρμητα. Είναι ο άνθρωπος που θέλει και προσπαθεί να κατανοήσει και ίσως να δικαιώσει την Ιστορία. Εδώ είναι το λεπτό σημείο: ο Μαλρώ δείχνει ότι η θεωρητική πίστη δεν προστατεύει από τον φόβο ούτε από την τραγικότητα της ήττας. Ο Χιμμερλιχ έχει ένα άρρωστο παιδί. Όταν ξεσπά η σφαγή στη Σαγκάη, ο Χίμμερλιχ επιστρέφει στο σπίτι και βρίσκει τη γυναίκα του και το παιδί του εκτελεσμένους μέσα στο αίμα. Το στοιχείο αυτό, το άρρωστο παιδί, λειτουργεί μέσα στο μυθιστόρημα ως ένας ακόμα τρόπος να δείξει ο Μαλρό πόσο αδυσώπητα η Ιστορία και η βία εισβάλλουν στην καθημερινή ζωή και στην πιο αδύναμη πλευρά του ανθρώπου. Οπωσδήποτε όμως η εκτέλεση της οικογένειας του τον απελευθερώνει κι εδώ μπαίνουμε στο πιο παράδοξο και τραγικό κομμάτι του Χίμμερλιχ. Η εκτέλεση της οικογένειάς του, γεγονός φρικτό και ανελέητο, λειτουργεί καταλυτικά για τον ίδιο, ως παράγοντας απελευθέρωσης: δεν έχει πλέον δεσμούς να τον συγκρατούν οι ευθύνες, οι φόβοι και οι αδυναμίες του μέσα στην οικογένεια εξαφανίζονται. Απελευθερώνεται από το βάρος της προσωπικής ζωής και μπορεί πλέον να ενσωματωθεί πλήρως στη μοίρα της Ιστορίας, χωρίς να κοιτά πίσω. Αυτή η απώλεια τον μετατρέπει σε καθαρότερο μέσο της Ιστορίας, σαν να έχει ξεκαθαρίσει κάθε προσωπικό στοιχείο που θα τον έκανε διστακτικό.

 

André Malraux, 1901-1976


Στην Ανθρώπινη μοίρα εν τέλει, κανείς δεν είναι απολύτως καθαρός και κανείς απολύτως βρόμικος. Δεν υπάρχουν αγιογραφίες: δεν υπάρχουν «καθαροί» επαναστάτες και «καθαροί» οπορτουνιστές. Όλοι κουβαλούν μέσα τους ένα μείγμα: ιδέα και φόβο, θάρρος και αμφιβολία, πίστη και μοναξιά. Ακόμα κι ο πιο αποφασισμένος (ο Τσεν, ας πούμε, ή ο Κίο) έχει ρωγμές· ακόμα κι ο πιο «θολός» (ο Κλαπίκ) έχει στιγμές καθαρότητας. Και ίσως αυτό είναι το βαθύτερο φιλοσοφικό σχόλιο του Μαλρό: η ανθρώπινη μοίρα δεν είναι ηρωική ή δειλή· είναι σύνθετη. Ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ απολύτως ένα πράγμα. Είναι λίγο απ’ όλα και αλλάζει ανάλογα με τη στιγμή, τον φόβο, την πίεση της Ιστορίας. Γι’ αυτό το μυθιστόρημα δεν μοιάζει διδακτικό. Μοιάζει τραγικό με την αρχαία έννοια: οι χαρακτήρες δοκιμάζονται, αλλά δεν εξαγνίζονται πλήρως. Προσωπικά αυτή η απουσία «καθαρότητας» είναι που με συγκινεί, η απουσία «καθαρότητας» που δίνει βάθος. Στην Η ανθρώπινη μοίρα ο Αντρέ Μαλρό δεν ενδιαφέρεται να αποδείξει μια ιδέα Κι αυτό γιατί στο βιβλίο αυτό δεν υπάρχουν εύκολες ηθικές ταμπέλες, δεν υπάρχει διδακτισμός και οι χαρακτήρες του είναι ασταθείς όπως είμαστε κι εμείς. Η αμφισημία είναι ίσως μια από τις σημαντικότερες όψεις της ανθρώπινης κατάστασης, μια μεγάλη υπαρξιακή αλήθεια. Η Ανθρώπινη μοίρα με συνάρπασε ως μυθιστόρημα ρεαλιστικό αλλά με έντονη φιλοσοφική διάσταση, ως ένα μυθιστόρημα που προαναγγέλλει τον υπαρξισμό  και ως πολιτικό μυθιστόρημα που ταυτοχρόνως λειτουργεί και ως στοχασμός πάνω στα μεγάλα ανθρώπινα ζητήματα, όπως γίνεται με τη σημαντική λογοτεχνία.

Ο Αντρέ Μαλρό (André Malraux, 1901-1976) ήταν Γάλλος διανοούμενος, συγγραφέας, άνθρωπος της περιπέτειας και πολιτικός, που κυριάρχησε για πάνω από σαράντα χρόνια (1930-1976) στην πνευματική και πολιτική ζωή της Γαλλίας. Οι νεανικές του περιπέτειες και εμπειρίες στην Ινδοκίνα τη δεκαετία του ‘20 επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την πνευματική του ανέλιξη. Αγωνίστηκε κατά της αποικιοκρατίας, όπως πολλοί διανοούμενοι στις αρχές του εικοστού αιώνα και στράφηκε αρχικά στο σοσιαλισμό. Έλαβε μέρος στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο στο πλευρό των Δημοκρατικών και ήταν δραστήριο μέλος της γαλλικής αντίστασης κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μεταπολεμικά η ιδεολογική του στροφή σηματοδοτήθηκε από την ενεργό υποστήριξή του στον στρατηγό Σαρλ ντε Γκολ. Όταν ο τελευταίος εξελέγη Πρόεδρος της Γαλλίας, ο Μαλρό χρημάτισε για δέκα χρόνια υπουργός Πολιτισμού.


df



Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Albert Camus, Η πτώση (Καστανιώτης)

 


Ο Ζαν Μπατίστ Κλαμάνς είναι ένας παριζιάνος δικηγόρος που έχει εγκαταλείψει τη χώρα του μετά από μια σειρά γεγονότων που ανέτρεψαν τη ζωή του και κατοικεί πλέον στο Άμστερνταμ. Αστός, έξυπνος, πλούσιος, φιλάνθρωπος και απολύτως ικανοποιημένος από τον εαυτό του, με ρητορικές ικανότητες και κατακτήσεις στο γυναικείο φύλο, γνώρισε στη ζωή του επαγγελματική δόξα, τον έρωτα από πολλές γυναίκες και φημισμένες αγορεύσεις. Η αρχή της ιστορίας του, όπως την αποκαλύπτει σε έναν άγνωστο ακροατή στο μπαρ Μέξικο Σίτυ, αναφέρεται στην αντίληψη που είχε για τον εαυτό του εκείνα τα παλιά, ένδοξα χρόνια: φιλάρεσκος, ματαιόδοξος, αλαζόνας, εγωκεντρικός. Όλα όμως ανατράπηκαν όταν, επιστρέφοντας από κάποια νυχτερινή εξόρμηση, αδιαφόρησε παρότι αντιλήφθηκε μια νέα γυναίκα να πέφτει στον Σηκουάνα -παρότι την είδε, δεν έπεσε στο νερό για να τη βοηθήσει. Αυτό το γεγονός ρίχνει νέο φως στη ζωή του: αρχίζει να κυριαρχείται από ενοχές και από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η πτώση του. Οι ενοχές του διογκώνονται και καταλήγουν να γίνουν εμμονή. Από τότε κρίνει την ύπαρξή του ως άχρηστη. Συνειδητοποιεί τη ματαιότητα της προηγούμενης στάσης του, η οποία του γίνεται αφόρητη. Προσπαθεί να ξεφύγει από τις τύψεις του, αλλά είναι αδυσώπητα παγιδευμένος στο παρελθόν του. Αντιμέτωπος με όλο και πιο δυσβάσταχτες αναμνήσεις, αναχωρεί από το Παρίσι για τις φτωχογειτονιές του Άμστερνταμ και βρίσκει καταφύγιο στο κακόφημο μπαρ, πλησιάζει διάφορους θαμώνες στους οποίους αποκαλύπτει την ιστορία του, μετατρέποντάς την σε καθρέφτη: εμφανίζει τις πιο αισχρές πλευρές του, έτσι ώστε καθένας να μπορέσει να δε σε αυτόν και τα δικά του ηθικά παραπτώματα, και τις δικές του ενοχές. Οι εκμυστηρεύσεις του λειτουργούν ως ο εξομολογητής ολόκληρης της διεφθαρμένης ανθρωπότητας. Καθώς η εξομολόγηση προχωρεί, ο Κλαμάνς θυμάται και άλλα γεγονότα, το ίδιο οδυνηρά: τον θάνατο ενός συγκρατούμενου του σε κάποιο στρατόπεδο αιχμαλώτων στη  Βόρεια Αφρική, την άμετρη και εγωιστική κατάχρηση της αγάπης των γυναικών απέναντί του. Στην τελευταία τους συνάντηση ο συνομιλητής του τον επισκέπτεται στο διαμέρισμά του. Εκεί ο Κλαμάνς του δείχνει έναν πίνακα του Γιαν βαν Άικ, κλεμμένο το 1936 , τον Οι ακέραιοι δικαστές , που είχε αγοράσει στο μπαρ. Έχει την ελπίδα ότι κάποιος από τους αγνώστους συνομιλητές του θα είναι αστυνομικός και θα τον συλλάβει για την αγορά του. Όμως και πάλι διαψεύδεται. Και ο αποψινός συνομιλητής του είναι δικηγόρος από το Παρίσι. 



Albert Camus, 1913-1960

Στο μυθιστόρημα ο Κλαμάνς είναι ένας άνθρωπος εξαιρετικά οξυδερκής. Καταλαβαίνει πολύ καλά τον εαυτό του και τους άλλους. Το πρόβλημά του είναι η ηθική του διαφθορά και η υποκρισία. Στο Παρίσι ήταν επιτυχημένος δικηγόρος, γεμάτος αυτοθαυμασμό. Πίστευε ότι ήταν γενναιόδωρος, δίκαιος, σχεδόν ηθικά ανώτερος. Όμως η στιγμή με τη γυναίκα που πέφτει στον Σηκουάνα (και εκείνος δεν κάνει τίποτα) διαλύει αυτή την εικόνα. Από εκεί αρχίζει η «πτώση» του. Το ενδιαφέρον είναι ότι μετά δεν γίνεται απλώς κυνικός. Γίνεται αυτό που ονομάζει «δικαστής-μετανοών». Αυτό σημαίνει ότι ομολογεί τη δική του ενοχή αλλά ταυτόχρονα κατηγορεί όλη την ανθρωπότητα για το ίδιο πράγμα. Με άλλα λόγια λέει: «Είμαι ένοχος — άρα είμαστε όλοι ένοχοι.» Γι’ αυτό πολλοί αναγνώστες νιώθουν ότι είναι πολύ ευφυής αλλά και αφόρητα αυτάρεσκος και χειριστικός. Οπότε το ερώτημα που προκύπτει για τον αναγνώστη και που ίσως θέλει να προκαλέσει και ο συγγραφέας είναι: είναι ειλικρινής εξομολόγηση που κάνει ή συνιστά μια νέα μορφή εγωισμού; Πολλοί κριτικοί λένε ότι ο Κλεμάνς λειτουργεί σαν καθρέφτης του αναγνώστη. Μας οδηγεί, δηλαδή, όλους εμάς που διαβάζουμε τον μονόλογό του, σιγά-σιγά να αναρωτηθούμε: «Πώς θα αντιδρούσαμε εμείς στη θέση του, αν είμαστε στη γέφυρα του ποταμού και αντιλαμβανόμαστε τη γυναίκα να πέφτει; Θα είχαμε, άραγε, πέσει στο νερό για να τη σώσουμε; Και αν δεν τον κάναμε, πώς, με ποιο σκεπτικό θα δικαιολογούσαμε την αδράνειά μας; Θα είχαμε προσπαθήσει να τη δικαιολογήσουμε διασπείροντας μια συλλογική ενοχή;»

Amsterdam, Amstel river


Δεν το κρύβω: διαβάζοντας τον μονόλογο του Κλαμάνς, μου δημιουργήθηκε η εντύπωση πως πρόκειται για έναν άνθρωπο διανοητικά ανισόρροπο και ψυχικά διαταραγμένο. Νομίζω ότι και άλλοι θα είχαν εντοπίσει στοιχεία που τον κάνουν να φαίνεται κάπως έτσι. Το πρώτο είναι ότι μονολογεί ασταμάτητα. Όλο το βιβλίο είναι ουσιαστικά μια εξομολόγηση σε έναν άγνωστο μέσα σ’ ένα μπαρ του Άμστερνταμ. Αυτό από μόνο του δημιουργεί μια ατμόσφαιρα σχεδόν παρανοϊκή: μιλάει ακατάσχετα· αναλύει, κατηγορεί, ειρωνεύεται —χωρίς να ακούμε ποτέ τον συνομιλητή του. το δεύτερο είναι η εμμονή του με την ενοχή. Μετά το περιστατικό με τη γυναίκα στον Σηκουάνα, ο νους του αρχίζει να περιστρέφεται διαρκώς γύρω από την ιδέα της ενοχής και της υποκρισίας. Τέλος, ότι μετατρέπει την αυτοκριτική σε κατηγορία προς όλους. Αυτό είναι ίσως το πιο «άρρωστο» στοιχείο του: ομολογεί τα ελαττώματά του, αλλά το κάνει για να αποδείξει ότι κανείς δεν είναι καλύτερος από αυτόν.

Κατέληξα στην άποψη ότι ο Καμύ δεν τον παρουσιάζει ως «τρελό» χαρακτήρα· δεν ήταν άλλωστε ποτέ αυτός ο σκοπός του κειμένου του. Τον εμφανίζει ως ακραία, σχεδόν κλινική, μορφή αυτοσυνείδησης. Σαν να παίρνει την ανθρώπινη υποκρισία, να την παρατηρεί στο μικροσκόπιο και έπειτα να την μεγεθύνει. Ο Κλαμάνς μοιάζει με έναν διεστραμμένο εξομολογητή. Απευθύνεται στον άγνωστο άνδρα του μπαρ (αλλά στην ουσία σε καθέναν από εμάς, μάς λέει τα πάντα για τον εαυτό του, αλλά στο τέλος αισθανόμαστε ότι εμείς είμαστε που δικαζόμαστε -ο καθένας από εμάς, για την ακρίβεια. Και γι’ αυτό πολλοί αναγνώστες τοποθετούμαστε αρνητικά απέναντί του. Ζαν Μπατίστ Κλεμάνς ή σου προκαλεί δυσφορία, εκνευρισμό, θυμό κάποτε. Ίσως αυτό επιδιώκει ο Καμύ.

Πρώτα εξαιτίας της αυτάρεσκης εξομολόγησής του. Η εξομολόγηση αυτή έχει δύο σκέλη, το πριν και το μετά του περιστατικού. Πριν από το περιστατικό μας απωθεί η αλαζονεία του να τοποθετεί τον εαυτό του πάντα στην ορθή πλευρά της ζωής, της έντιμης, της ηθικής, της άμεμπτης στάσης. Αυτή η «ηθική καθαρότητα», η «ηθική εντιμότητα», ιδιαιτέρως όταν ομολογείται με τον επιδεικτικό τρόπο του Κλαμάνς, είναι από μόνη της προκλητική –ούτε το παραμικρό ίχνος αμφιβολίας, μετριοφροσύνης –ούτε η παραμικρή ρωγμή αμφιβολίας. Μετά από το περιστατικό:  υποτίθεται ότι «ομολογεί» τα ελαττώματά του, αλλά το κάνει με έναν τρόπο που είναι εξίσου προκλητικός. Δεν ταπεινώνεται, δεν ομολογεί κανένα παράπτωμα, καμιά «αμαρτία». Και εδώ, «καθαρός» ή, τουλάχιστον το ίδιο «βρόμικος» με οποιονδήποτε άλλον. Και όχι μόνο αυτό· πραγματικά απολαμβάνει να αναλύει την πτώση του. Έπειτα ηθική παγίδα. Κάθε φορά που κατηγορεί τον εαυτό του, γλιστράει προς το συμπέρασμα: «όλοι έτσι είμαστε». Δηλαδή σε τραβάει μέσα στη δική του ενοχή.

Έπειτα είναι και ο τόνος της ειρωνικής ανωτερότητας. Ακόμα και όταν αυτο-καταγγέλλεται, νιώθεις ότι κρατάει τον έλεγχο της συζήτησης. Σαν να λέει: «Σας ξεσκέπασα όλους» -ένας ναρκισσιστής που ανακάλυψε την ενοχή αλλά την χρησιμοποιεί ως νέο τρόπο υπεροχής.

Ο Καμύ γράφει το βιβλίο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (εκδόθηκε το 1956 από τις εκδόσεις GallImard), σε μια Ευρώπη γεμάτη ηθική αυτο-αμφισβήτηση. Ο Κλαμάνς ενσαρκώνει αυτή την εποχή: άνθρωποι που ξαφνικά αναρωτιούνται πόσο αθώοι ήταν πραγματικά, ποια ήταν η ευθύνη τους (ή, καλύτερα, ο βαθμός της ενοχής τους) σε ό,τι φρικώδες είχε προηγηθεί. Πρόκειται για ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα. Διερευνά την ύπαρξη, την έλλειψη ή τη διαστρέβλωση των αξιών, την αθωότητα και την ενοχή, το ανούσιο μιας αναπόφευκτης ζωής, την αδράνεια και τις συνέπειές της, την ελευθερία, τον αθεϊσμό και την κοινωνία με τη φιλοσοφική έννοια του παραλόγου. Είναι ένα καθολικό κατηγορητήριο της ανθρωπότητας, ένα εξευτελιστικό πορτρέτο του σύγχρονου ανθρώπου μέσα από μια εξομολόγηση. Και ίσως γι’ αυτό είναι τόσο ενοχλητικός αυτός ο μονόλογος και αυτός ο περίεργος και αλλοπρόσαλλος τύπος, ο Κλαμάνς: είναι σαν καθρέφτης που μιλάει πάρα πολύ. Λέει όμως την αλήθεια για τον εαυτό του, ή ότι παίζει έναν ρόλο μπροστά στον ακροατή του; Από τη μία πλευρά, σίγουρα λέει αλήθειες για τον εαυτό του. Έχει πραγματική αυτογνωσία. Βλέπει καθαρά την υποκρισία του, τον ναρκισσισμό του, την ανάγκη του να φαίνεται ενάρετος. Από την άλλη, σκηνοθετεί τον εαυτό του. Η εξομολόγηση είναι και ένα είδος θεάτρου. Παίζει τον ρόλο του «πεσμένου ανθρώπου». Αυτό ίσως να τον κάνει περισσότερο ενοχλητικό: η ειλικρίνειά του δεν τον εξαγνίζει. Αντίθετα, γίνεται ένα νέο εργαλείο δύναμης. Σαν να λέει: «Εγώ τουλάχιστον παραδέχομαι τι είμαι. Εσείς;» Γι’ αυτό και για τον εαυτό του επιφυλάσσει τον χαρακτηρισμό: «δικαστής-μετανοών»: πρώτα καταδικάζει τον εαυτό του, για να μπορέσει μετά να καταδικάσει τους πάντες. Και υπάρχει και κάτι ψυχολογικά πολύ ενδιαφέρον: ο Κλαμάνς μοιάζει με άνθρωπο που δεν αντέχει να είναι απλώς ένοχος. Πρέπει να μετατρέψει την ενοχή του σε σύστημα, σε φιλοσοφία. Γι’ αυτό πολλοί τον διαβάζουν ως έναν από τους πιο ανησυχητικούς αφηγητές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Ο Καμύ φαίνεται να υπονοεί ότι ο χαρακτήρας του απλώς αλλάζει στρατηγική. Παλιά ήταν ο ενάρετος δικηγόρος που χαιρόταν να φαίνεται καλός, γενναιόδωρος και ηθικός. Μετά την «πτώση» γίνεται ο κυνικός εξομολογητής που αποκαλύπτει τα πάντα —αλλά συνεχίζει να βρίσκεται στο κέντρο της σκηνής. Αυτό σημαίνει ότι το βασικό του χαρακτηριστικό, ο ναρκισσισμός, δεν φεύγει ποτέ. Απλώς αλλάζει μορφή: από την αρετή, που με τέτοιο στόμφο διαφημίζεται, οδηγείται/«εκπίπτει» στην παραδεδεγμένη ενοχή που διαφημίζεται εξίσου. Και στις δύο περιπτώσεις όμως θέλει να κυριαρχεί ηθικά πάνω στους άλλους.

Γι’ αυτό η τελευταία αίσθηση του βιβλίου είναι κάπως ανησυχητική. Ο Κλαμάνς δεν μοιάζει λυτρωμένος. Μοιάζει μάλλον με κάποιον που έφτιαξε ένα νέο ρόλο για να συνεχίσει να υπάρχει. Και ίσως εκεί βρίσκεται η ειρωνεία του Καμύ: ο άνθρωπος μπορεί να καταλάβει πολύ καλά τον εαυτό του και παρ’ όλα αυτά να μην αλλάξει καθόλου. Αυτό  κάνει τον Κλαμάνς έναν από τους πιο αντιπαθητικούς αλλά και αληθινούς χαρακτήρες της λογοτεχνίας. Ο Κλαμάνς μας θυμίζει τύπο ανθρώπου που έχουμε συναντήσει στην πραγματική ζωή; Πιστεύω, ναι. Τέτοιοι τύποι υπάρχουν και κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Στην αρχή είχα την εντύπωση ότι είναι φιγούρα που σκόπιμα σκιαγραφείται ως «γκροτέσκο», τραβηγμένη ως εκεί που δεν παίρνει. Μετά σκέφτηκα ότι στην εποχή μας δυστυχώς άνθρωποι σαν αυτόν τείνουν να γίνουν κανονικότητα.

Και γι’ αυτό το τέλος με άφησε με μια περίεργη αίσθηση: σαν να πέρασα ένα βράδυ σε κάποιο μπαρ ακούγοντας έναν άνθρωπο πολύ ευφυή αλλά και βαθιά διαστρεβλωμένο που όμως κατάφερε να με κάνει να σκεφτώ βαθύτερα το νόημα και τα όρια της ενοχής και, ίσως, για κάποιες στιγμές να μπόρεσε να με πείσει ή και να με παγιδεύσει.

 

df

 

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Χρήστος Οικονόμου, Κάτι θα γίνει, θα δεις (Πόλις)

 


Το βιβλίο του Χρήστου Οικονόμου «Κάτι θα γίνει, θα δεις» αποτελείται από δεκαέξι διηγήματα και εκδόθηκε το 2010, τη χρονιά, δηλαδή, που η χώρα μας έμπαινε στην περίοδο των μνημονίων και της παρατεταμένης κρίσης. Ωστόσο αυτές οι δεκαέξι ιστορίες είναι σαν να προανήγγειλαν τα δεινά που θα ακολουθούσαν, σαν να τα «προφήτευαν» και να τα αποτύπωναν σε όλη τους την αγριότητα. Τα συγκεκριμένα διηγήματα δείχνουν να γράφονται ακριβώς στην καρδιά της κρίσης αφού περιγράφουν καταστάσεις τις οποίες η ελληνική κοινωνία άρχισε να αντιλαμβάνεται πιο έντονα και σε μεγαλύτερη έκταση τους αμέσως επόμενους μήνες και να βιώνει τραυματικά και επώδυνα τις συνέπειές τους για πολλά ακόμα χρόνια. Και αυτό δείχνει ότι η κρίση των μνημονίων δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία» αλλά σοβούσε χρόνια πριν και βιωνόταν χρόνια πριν ξεσπάσει από πολλούς Έλληνες.

 

Χρήστος Οικονόμου, 1970


Οι υποθέσεις των ιστοριών του βιβλίου εξελίσσονται στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές του Πειραιά, κυρίως τη Νίκαια, αλλά και το Κερατσίνι, τη Δραπετσώνα, το Πέραμα, το Σχιστό. Τα πρόσωπά τους ανήκουν στα πιο φτωχά στρώματα αυτών των περιοχών. Κάποια μόλις έχασαν τη δουλειά τους, άλλα πρόκειται να τη χάσουν, άλλα, παρότι δουλεύουν, ζουν συνεχώς κάτω από τον φόβο της απόλυσης ή της οικονομικής εξαθλίωσης, της αδυναμίας να ανταποκριθούν ακόμα και στα στοιχειώδη, να μείνουν χωρίς φόβο σ’ ένα σπίτι ή να εξασφαλίσουν ένα γεύμα για το παιδί τους, να προστατεύσουν την οικογένειά τους και τους εαυτούς τους. Προσπαθούν να επιβιώσουν όπως όπως, αντιμετωπίζοντας την αρρώστια, τον θάνατο αγαπημένων τους προσώπων, την κακομεταχείριση και την εκμετάλλευση από πολιτικούς, συνδικαλιστές, δημόσιους υπαλλήλους, γιατρούς, εργοδότες, τα εργατικά ατυχήματα, τις απειλές των τραπεζών και τις εξώσεις, τους ανεξόφλητους λογαριασμούς, τις απαλλοτριώσεις, το ποτό, την ατολμία τους, τους ποικίλους συμβιβασμούς, τη βία της καθημερινότητας, τη βία της αναμονής στο ΙΚΑ τα χαράματα μες στο καταχείμωνο για το χαρτάκι προτεραιότητας, των ετοιμόρροπων ζωών τους και την παραβατικότητα.

Συντρίβονται και αλέθονται καθημερινά όχι μόνο από την αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της επιβίωσης αλλά από την κατεδάφιση του κόσμου τους, την απώλεια της ταυτότητάς τους, από την ταπείνωση που φέρνει αυτή η απώλεια· η απώλεια της δουλειάς, του σπιτιού, του άλλου, του ίδιου τους του εαυτού. Ο Μιχάλης, η Λένα, η Έλλη, ο Βάγιος, ο Μάο, η Νίκη, ο Άρης που ζουν στα Μανιάτικα, στην Αμφιάλη, στον Κορυδαλλό είναι για όσους και όσες ζούμε ή κινούμαστε στις περιοχές αυτές πρόσωπα οικεία. Τα βλέπουμε παντού, στις πλατείες στα καφενεία, στο λιμάνι, έξω από σούπερ μάρκετ, έξω από τράπεζες, έξω από τα συσσίτια των ενοριών. 

Ο τίτλος του βιβλίου εκφράζει κάποια αισιοδοξία: κάτι θα γίνει, θα δεις, θα τα καταφέρουμε στο τέλος -έτσι δεν γίνεται πάντα; είναι σαν να μας λέει. "Κάτι θα γίνει, θα δεις, δεν παίρνουν τα σπίτια έτσι στην Ελλάδα οι τράπεζες -δεν είναι Αμερική εδώ" , λέει η γυναίκα στον σύντροφό της στο ομώνυμο διήγημα. Η δική μου αίσθηση όμως, όσο διάβαζα αυτές τις ιστορίες, και την πρώτη και τη δεύτερη φορά, ήταν πως αυτή η αισιοδοξία, ακόμα κι όταν διακρίνεται είναι ισχνή, αναιμική, αδύναμη, ότι χάνεται μέσα στον ωκεανό της παρακμής, της απαξίωσης, του αδιεξόδου. Η αλήθεια είναι ότι στην Ελλάδα εκείνης της περιόδου -αλλά μόνο εκείνης;- το να είσαι φτωχός σήμαινε ότι έπαυες να είσαι αξιοπρεπής. Φτώχεια σημαίνει έκπτωση, ανυποληψία, αλλοτρίωση, περιφρόνηση, ηθική, ψυχική και κοινωνική ταπείνωση. Από αυτήν την άποψη, το τελευταίο διήγημα είναι ενδεικτικό: το ζευγάρι είναι έτοιμο να ξενιτευτεί στη Βουλγαρία (!) "χειρότερα αποδώ δεν θα ΄ναι," λένε, "Κομμάτι κομμάτι, μου παίρνουνε τον κόσμο μου".  

Το διάβασμα κάθε ιστορίας είναι ένα ακόμα γερό χτύπημα για τον αναγνώστη – «Κομμάτι κομμάτι μού παίρνουν τον κόσμο μου», λέει η Νίκη στο τελευταίο διήγημα - μια πίκρα που δεν λέει να φύγει.

df


Arthur Schopenhaouer, Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο (Πατάκης)

  Σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι θα προσέρχονταν σε συζητήσεις με καλή πίστη και με στόχο από κοινού να διερευνήσουν την αλήθεια και δρόμους...