Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Περσεφόνη

 


Κάποια φορά θ’ αποφασίσω αλλιώς   Γιατί κάθε που ανεβαίνω φαρμακώνομαι   Να της σταθώ σαν κόρη, λέει, γιατί μαραζώνει   Αμέσως μόλις μ’ άρπαξαν έτρεξε τάχα πονεμένη στους δικούς της να τη λυπηθούν   Και από πάνω τους εκβίαζε   Και λίγο λίγο το κατέφερε να με γυρίζει πίσω κάθε τόσο

Αδιάντροπη και ψεύτρα όπως πάντα   Όλους τους έπεισε να τη λατρεύουν  σαν θεά με κάτι δήθεν τελετές και μπιχλιμπίδια   Στα δάχτυλα τους παίζει όπως θέλει με δάκρυα και απειλές

 Και τι κατάλαβα που ήμουνα μαζί της;   Συνέχεια η γκρίνια της στ’ αυτιά μου   Ανίκανη να ράψω ένα ρούχο   Ν’ απλώσω ένα σεντόνι   Να ΄χω έναν άντρα στο βρακί μου 

Αγύμναστη μ’ ανέβαζε κι ανάξια με κατέβαζε   Με έσερνε αχάραγα στα σταροχώραφα μέσα σε φίδια και σκορπιούς   Εκείνη θέριζε με τους εργάτες της κι εγώ έκλαιγα με το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια μου   Της έλεγα πως είναι από τα έμμηνα για να με παρατήσει ήσυχη

 Σκληρή γυναίκα   Για άντρα δεν ξαγρύπνησε ποτέ   Μήτε θα σκέφτηκε ότι μπορεί να το ’θελα κι αφέθηκα στον θείο μου, τον μόνο άξιο αρσενικό στο σόι της   Ότι μπορεί να το  ‘χαμε κι οι δυο μας συμφωνήσει   Για να ‘μαστε μαζί εκεί κάτω  

Δυο άτιμα κορμιά χαμένα   Και ξεγραμμένα απ΄ όλους


Δημήτρης Φωτεινόπουλος
Ιούνιος, 2026

 


Volkswagen van Hippi

 


 

Αφού τα πράγματα ήλθαν έτσι
λέω να πάρουμε εκείνο το παλιό βανάκι
να βάλουμε μέσα λίγες  κουρελούδες,
δύο sleeping bags
τα βιβλία που μας αρέσουν και την καφετιέρα μας
και να πηγαίνουμε σε μέρη με θάλασσα,

να καθόμαστε στην παραλία με τις ώρες

να διαβάζουμε
ή δίπλα στη φωτιά τυλιγμένοι σε ζεστά μπουφάν
να βλέπουμε τα φώτα απέναντι
και ν’ ακούμε μουσική από κάποια playlist.
 
Κι αν αντιληφθούμε κάτι ύποπτο
γρήγορα να μπαίνουμε μέσα ξανά
να σηκώνουμε τα κουρτινάκια λίγο
για να δούμε έξω τι θα γίνει
να κοιτιόμαστε στα μάτια
και να λυνόμαστε αγκαλιά στα γέλια.

 

 

 

Δημήτρης Φωτεινόπουλος
Νοέμβριος, 2020

 

Παραμονή Πρωτοχρονιάς

 


Μου αρέσουν τα μαύρα μακριά παλτά
που φτάνουν λίγο κάτω από το γόνατο,
φοριούνται πάνω από ζιβάγκο
κι έχουν τσέπες
να χωρούν ένα πλακέ μπουκάλι με κονιάκ
και σοκολάτες.
 
Μέσα σ' ένα τέτοιο τυλιγμένος,
παραμονή πρωτοχρονιάς,
με σηκωμένο τον γιακά,
πολύχρωμο κασκόλ και σκούφο,
έχοντας κάπου παραχώσει
έναν τόμο με ποιήματα του Billy Collins
και με σακίδιο στον ώμο
γεμάτο  σημειώσεις, ψευδαισθήσεις,
ντεπόν
και χτυπημένα εισιτήρια
τριγυρίζω,
αργά προς το βραδάκι πια,
σε δρόμους και παρόδους
για να βρω αυτό το αργοπορημένο καφενείο
όπου θα παραγγείλω τσάι του βουνού με μέλι
και θα γράψω
το τελευταίο ποίημα της χρονιάς.

 

 

 

Δημήτρης Φωτεινόπουλος
Ιανουάριος, 2020

 

Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα

 



Μου στέλνεις μία σέλφι σου
στο messenger
αργά, πολύ αργά 
μέσα στη νύχτα:

καλυμμένη με αφρόλουτρο
το κεφάλι ακουμπά 
στο χείλος
 της μπανιέρας
τα μαλλιά βρεγμένα
να γυαλίζουν
τραβηγμένα ψηλά.

Είμαι κομμάτια,
μου γράφεις από κάτω,
σε περιμένω να 'ρθεις
να με πάρεις αγκαλιά
να μου διαβάσεις παραμύθια
ώσπου να ξημερώσει. 

 

Δημήτρης Φωτεινόπουλος, Ποιήματα που γράφτηκαν
για να διαβάζονται το απόγευμα με τον καφέ, 2021
 

 

 

Τις κρύες μέρες

 



Τις κρύες μέρες του χειμώνα
αφήνω κατά μέρος ό,τι γράφω
βάζω τη θέρμανση στο φουλ 
και περιμένω να 'ρθεις
από τη δουλειά λίγο νωρίτερα
με κατακόκκινα τα μάγουλα
και με τη μυρωδιά του κρύου
πάνω σου

ν΄ αρχίσεις να κυκλοφορείς
στο διαμέρισμα
μόνο μ΄ένα μακρύ πουλόβερ
και καλτσάκια,
να κοιτάζεις ώρα απ' το παράθυρο
την κίνηση στο  Central Park
και να μ΄ ακούς
να παίζω το Love for Sale
και το I want to stey here
στο πιάνο.

 

 

 Δημήτρης Φωτεινόπουλος
Ιανουάριος, 2021

 

Τα χέρια σου

 


Μ' αρέσουν τα χέρια σου
όταν διπλώνουν τις πετσέτες τακτικά
για να τις φυλάξεις στο συρτάρι
όταν ισιώνουν τον γιακά του πουκαμίσου σου
καθώς το σιδερώνεις

όταν απλώνουν το ζεστό κερί
στο πόδι σου, όπως το έχεις
ν' ακουμπάει πάνω στ' άλλο,
καθισμένη στη μπανιέρα
ή όταν αγγίζουν τρυφερά 
τους τίτλους των βιβλίων μας
καθώς τους συλλαβίζεις

όταν τα χώνεις στα κρυφά 
μες στο βρακάκι σου
για μου πεις μετά από λίγο
«πρέπει να πάω ν’ αλλάξω»
ή όταν ανύποπτο με ρίχνουν
στο κρεβάτι
με νύχια κατακόκκινα
γυαλιστερά βαμμένα           
για 
να με κατασπαράξουν.

 

Δημήτρης Φωτεινόπουλος

Ιανουάριος, 2021

Θεσσαλονίκη

 

Ένα καφενείο
στον Θερμαϊκό
να βάζω τσίπουρο
συνέχεια στο ποτηράκι σου 
και να τσουγκρίζουμε
να στρίβουμε τσιγάρα

να έχεις βγάλει τις γόβες
αφήνοντας τα πόδια σου γυμνά
στο πλακόστρωτο
το ένα πάνω στ' άλλο
να 'ναι το χέρι σου
ανήσυχο
κάτω από το τραπέζι
να μας φέρνουν κέρασμα 
μπακλαβαδάκια
και να ψευδίζεις
και να νυστάζεις
και να 'σαι ζαλισμένη
 
τέτοια κάθομαι και σκέφτομαι 
Κυριακή βράδυ
για ώρα.

 

 

Δημήτρης Φωτεινόπουλος, Ποιήματα που γράφτηκαν 
για να διαβάζονται το απόγευμα με τον καφέ, 2021 

 

Περσεφόνη

  Κάποια φορά θ’ αποφασίσω αλλιώς    Γιατί κάθε που ανεβαίνω φαρμακώνομαι    Να της σταθώ σαν κόρη, λέει, γιατί μαραζώνει    Αμέσως μόλις μ’...