Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

Henry David Thoreau, Walden ή Η ζωή στο δάσος (Κέδρος)

 

Ο Χένρι Ντέιβιντ Θόρω (Henry David Thoreau, 1817-1862) ήταν Αμερικανός φιλόσοφος, συγγραφέας, πολιτικός διανοούμενος και ποιητής. Γεννήθηκε στο Κόνκορντ της Μασαχουσέτη όπου και φοίτησε στο τοπικό πανεπιστήμιο, έχοντας ως καθηγητή του, μεταξύ άλλων και τον Έμερσον, ο οποίος σε μεγάλο βαθμό τον επηρέασε ιδεολογικά και φιλοσοφικά. Ακολούθησε το κίνημα του «φιλοσοφικού υπερβατισμού», ένα κίνημα που εμφανίστηκε τις δεκαετίες του 1820 και 1830 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Υποστήριζε πως κάθε άνθρωπος έχει αγαθά στοιχεία και αρετές, ότι έχει την ικανότητα να είναι καλός, ηθικός, αγνός, έντιμος, ότι η αγάπη και η καλοσύνη ενυπάρχουν «φύσει» σε κάθε ανθρώπινο ον, αλλά οι κοινωνικές συμβάσεις, οι θεσμοί, ο αστικός πολιτισμός, εν γένει, είναι οι παράγοντες εκείνοι που τον διαφθείρουν και τον οδηγούν στην κακότητα, την ανεντιμότητα, τη μισανθρωπία. Ο αστικός πολιτισμός, επίσης, δεν επιτρέπει στους ανθρώπους να είναι αυτόνομοι και αυτάρκεις αλλά, αντιθέτως, τους οδηγεί στην εξάρτηση από το χρήμα και τα περιττά αγαθά και στη συνεχή συσσώρευση πλούτου με όποιες κοινωνικές και ηθικές επιπτώσεις μπορεί να έχει αυτή. Με το κίνημα του «υπερβατισμού» συνδέθηκαν και άλλες σημαίνουσες προσωπικότητες όπως ο δοκιμιογράφος, Ραλφ Ουάλντο Έμερσον, η δημοσιογράφος, Μάργκαρετ Φούλερ, ο ποιητής, Ουόλτ Ουίτμαν.

 

Henry David Thoreau, 1817-1862

Ο Χένρι Ντέιβιντ Θόρω είναι ευρύτερα γνωστός για το φιλοσοφικό/πολιτικό του δοκίμιο, «Πολιτική Ανυπακοή» (1849). Το έγραψε αφού είχε περάσει μια νύχτα στη φυλακή εξαιτίας της άρνησής του να πληρώσει τον φόρο που είχε επιβάλει η πολιτεία για την κάλυψη των εξόδων του αμερικανικο-μεξικανικού πολέμου (1846-48), πόλεμο με τον οποίο ο Θόρω διαφωνούσε. Το συγκεκριμένο δοκίμιο συνιστά όχι απλώς κείμενο διαμαρτυρίας αλλά και κάλεσμα πολιτικής ανυπακοής του πολίτη απέναντι σε ένα βάναυσο και καταπιεστικό κράτος. Πρόκειται για ένα γνήσια επαναστατικό κείμενο (δεν πρέπει να αγνοούμε ότι σε άλλα του εξυμνεί τον ακτιβιστή Τζον Μπράουν, έναν λευκό επαναστάτη που αντιτίθεται στον θεσμό της δουλείας και μάχεται για την εξάλειψή της στις ΗΠΑ).

 

Αντίγραφο της καλύβας του συγγραφέα στη λίμνη Walden

Ωστόσο ένα από τα πιο ριζοσπαστικά κείμενά του είναι το «Walden, ή Η ζωή στο δάσος» (1854), ένα έργο αφιερωμένο στην αμερικανική φύση, στην επιδίωξη της αυτάρκειας και την κριτική, έως και την απόρριψη, των θεσμών της κοινωνίας. Το «Walden» είναι, θα λέγαμε, ένα ημερολόγιο. Σε αυτό ο Θόρω αφηγείται τις εμπειρίες του κατά τη διάρκεια των δύο χρόνων όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει την πόλη, τις αστικές συνήθειες και συμβάσεις και να απομονωθεί σε μία καλύβα δίπλα στη λίμνη Γουόλντεν, μέσα στο δάσος, η οποία ανήκε στο φίλο του, Ραλφ Ουάλντο Έμερσον. Ο Θόρω έχει την άποψη ότι η ιδιοκτησία είναι βάρος και έχοτας αυτήν τη θέση, προσδιορίζει ποιες είναι οι βασικές ανάγκες του ανθρώπου. Έτσι καταλήγει σε τρεις: την τροφή, τη στέγη και το ρουχισμό. Σημαντικότερη θεωρεί την τροφή, ενώ η στέγη δεν είναι απολύτως απαραίτητη. Μαζί του έχει ελάχιστα υπάρχοντα, κάποια πνευματικά, τα έπη του Ομήρου στο πρωτότυπο. Ο συγγραφέας εξερευνά και μελετάει την τοποθεσία και αφού κάνει τις απαραίτητες εργασίες το πρωί, για να εξασφαλίσει το φαγητό του και για να καλύψει άλλες ανάγκες, επιδίδεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας που απομένει στην ανάγνωση των κλασικών και στην παρατήρηση του φυσικού κόσμου, το άκουσμα των πουλιών και των ζώων του δάσους ή των φυσικών φαινομένων. Απολαμβάνει την απομόνωση και τη γαλήνη μέσα στην οποία έχει βρεθεί. Όταν ξεσπάει μία μπόρα πάνω από το Κόνκορντ ο φυσιοδίφης Θόρω παρατηρεί τους κεραυνούς και την οργή της φύσης, μέσα από την ασφάλεια που του προσφέρει η καλύβα του.

 

Σχεδιάγραμμα της λίμνης Walden 

Μετά το πρώτο διάστημα της εγκατάστασης, ο συγγραφέας αρχίζει να επισκέπτεται γειτονικές λίμνες. Εκεί μένει έκθαμβος από τα πεντακάθαρα νερά που καθρεφτίζουν στην επιφάνειά τους το γύρω φυσικό τοπίο, εξετάζει τα παράξενα ζώα και έντομα που βλέπει στο δάσος (εστιάζει μάλιστα σε ένα είδος σπάνιου τρωκτικού και σε δύο ομάδες από μυρμηγκιών, μία κόκκινη και μία μαύρη, οι οποίες πολεμούν μεταξύ τους, κάτι που του ανακαλεί τις ομηρικές μάχες που διαβάζει). Ζώντας μέσα σ’ ένα τέτοιο φυσικό περιβάλλον, ο Θόρω προβληματίζεται για την παρέμβαση του ανθρώπου στη φύση. Του φαίνεται πρόστυχη και προσβλητική, αφού αναπάντεχα παραπέμπει στον καπιταλισμό, στην εκμετάλλευση της φύσης, στη συσσώρευση του πλούτου και στο κυνήγι για του προσωπικού οφέλους. Θεωρεί τόσο καταστροφική την ανθρώπινη παρέμβαση ώστε φτάνει σε σημείο να επιτρέψει σε σφήκες που έχουν μπει στην καλύβα του, να φτιάξουν μέσα σε αυτήν τη φωλιά τους, θεωρώντας τη δική τους άκακη και αβλαβή σε σύγκριση με αυτή των ανθρώπων.

Όσο πλησιάζει ο χειμώνας, το δάσος καλύπτεται σιγά-σιγά με χιόνι και οι λίμνες παγώνουν. Ο συγγραφέας προμηθεύεται ξύλα, κατασκευάζει τζάκι και καμινάδα και περνάει τον χρόνο του διαβάζοντας,  παρατηρώντας το χιονισμένο τοπίο και αναλογιζόμενος τους προηγούμενους ενοίκους της καλύβας, τους χωρικούς, τους σκλάβους καθώς και τη μάχη του Ναπολέοντα στο Βατερλό. Ο χειμώνας στο δάσος είναι, αναμφισβήτητα, δύσκολος, όμως η ομορφιά του χιονισμένου τοπίου τον αποζημιώνει και αρκεί για να κρατήσει το συγγραφέα εκεί. Η άνοιξη ακολουθεί και ο Θόρω βλέπει τα χιόνια σιγά σιγά να λιώνουν, Αρχίζουν να εμφανίζονται ξανά και οι ψαράδες, αλλά και οι επιχειρηματίες που εμπορεύονται κομμάτια πάγου, τα οποία «κλέβουν» από τις λίμνες. Ο Θόρω περνάει ακόμα μία χρονιά, το 1847, στο δάσος, με τη φύση να κάνει τον ίδιο κύκλο για ακόμη μία φορά, όμως δεν περιγράφει αυτή του την εμπειρία στο βιβλίο· μας λέει πως ό,τι έγινε την προηγούμενη χρονιά επαναλήφθηκε.  Επιστρέφοντας στην πόλη και στον αστικό πολιτισμό, ύστερα από αυτό το «διάλειμμα», από αυτό το ταξίδι ανακάλυψης (και αυτογνωσίας), ο Θόρω σκέφτεται πως το να κοιτάξει κανείς βαθιά μέσα στην ψυχή του είναι ό,τι πιο συναρπαστικό και ωφέλιμο μπορεί να κάνει κάποιος.

Το «διάλειμμα» του φυσιοδίφη, Θόρω από την αστική ζωή και η απομόνωσή του στο δάσος της Νέας Αγγλίας, στη λίμνη Walden είναι, μεταξύ άλλων, και μια προσπάθειά του να κατανοήσει καλύτερα την πόλη, παίρνοντας αποστάσεις από αυτήν. Ο συγγραφέας κάνει ποικίλες σκέψεις για την κοινωνία και τους θεσμούς του πολιτισμού. Επιστρέφει σε παλαιότερες μορφές ζωής και επιβίωσης που χαρακτηρίζονται από την απλότητα, τη λιτότητα, τη μικρότερη δυνατή εξάρτηση, την αυτάρκεια. Μάλιστα, όταν έρχονται κάποιοι επισκέπτες στην καλύβα, εκείνος δεν τους προσφέρει καν γεύμα, όπως συνηθιζόταν όταν κάποιος έρχεται από μακριά. Από ένα σημείο και μετά, βλέπει τους συνανθρώπους του με τον ίδιο τρόπο που βλέπει τα πουλιά και τα ζώα του δάσους, θεωρώντας τους όλους αδιακρίτως «εισβολείς» και «βάρβαρους γείτονες». Πολλοί θεωρούν τη φιλοσοφία του Θόρω ως συναφή εκείνης των υπαρξιστών, των χίππυς, των αυτόνομων κοινοτήτων, των πρώιμων αναρχικών, των οπαδών του ουτοπικού σοσιαλισμού και πρόδρομο των οικολογικών κινημάτων του τέλους του εικοστού αιώνα.

Οι επιρροές που άσκησε αυτό το έργο του Θόρω είναι πολλές, και στις τέχνες (λογοτεχνία και κινηματογράφο) και στον πολιτικό και φιλοσοφικό στοχασμό, ακόμα και στον τρόπο του βίου. Είναι μια τολμηρή ματιά πάνω στον τρόπο ζωής εντός της οργανωμένης κοινωνίας, που φανερώνει δυνατότητες αλλαγής και βελτίωση, αν καθένας από εμάς προσπαθήσει να ζει με λιγότερα και να βασίζεται στις δικές του ικανότητες. Κατά τη δεκαετία του 1960, περίοδο που άνθισαν πολλά κινήματα αμφισβήτησης και διαμαρτυρίας, πολλοί φοιτητές με ριζοσπαστικές απόψεις, στο πλαίσιο του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα, κυκλοφορούσαν με το βιβλίο αυτό του Θόρω, δίπλα στο On the Road (1957), του Τζακ Κέρουακ.

Η πρώτη έκδοση του βιβλίου


Ένα πραγματικά αξιόλογο βιβλίο, ένα δοκίμιο επίκαιρο όσο λίγα στην εποχή μας, την εποχή της άκρατης εμπορευματοποίησης του φυσικού πλούτου, της υπερεκμετάλλευσης της φύσης στο όνομα της «ανάπτυξης».

 df

 

 

 

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Arthur Koestler, Το μηδέν και το άπειρον (Ηριδανός)

 

 

Ο Νικολάι Ρουμπάσοφ, κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος Το μηδέν και το άπειρον είναι ένας παλιός μπολσεβίκος, ένας από εκείνους που πίστεψαν στην επανάσταση και αγωνίστηκαν για την επικράτησή της. Κάποια χρόνια μετά το ξέσπασμα επανάστασης και καθώς η «παλαιά φρουρά» αποδεκατίζεται, συλλαμβάνεται από το καθεστώς που βοήθησε να οικοδομηθεί φυλακίζεται και εξοντώνεται. Το Κόμμα, στο οποίο παραμένει πιστός, τον υποπτεύεται για αντικομματική συμπεριφορά και για αντεπαναστατική δράση. Έτσι φυλακίζεται και ανακρίνεται, αρχικά από έναν ανακριτή με τον οποίο τον συνδέουν κοινοί αγώνες κατά τα πρώτα χρόνια της επανάστασης και στη συνέχεια, όταν και αυτός ο παλιός του σύντροφος συλλαμβάνεται και εκτελείται, από τον βοηθό του.

Arthur Koestler, 109-1983

Ο Ρουμπάσοφ ανακαλεί το παρελθόν του και αναμετριέται με αυτό· αναμετριέται με τις ιδέες του και με τα ηθικά διλήμματα της επανάστασης. Το βασικό ζήτημα που τον απασχολεί και που βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου είναι αν ο σκοπός δικαιολογεί οποιοδήποτε μέσον για να επικρατήσει καθώς και τι συμβαίνει όταν το άτομο θυσιάζεται ολοκληρωτικά για μια «μεγάλη ιστορική ιδέα», όταν το άτομο, η μονάδα θέτει τον εαυτό του/της στην υπηρεσία της Ιστορίας. Στο τέλος ο Ρουμπάσοφ, μετά από σειρά ανακρίσεων, ομολογεί εγκλήματα που δεν είχε διαπράξει και αποδέχεται κατηγορίες εξωφρενικές, ακόμα και την απόπειρα δολοφονίας του Γενικού Γραμματέα του Κόμματος. Οι ομολογίες της ενοχής δεν είναι αποτέλεσμα μόνο των σωματικών και των ψυχικών καταναγκασμών αλλά προκύπτουν και ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης ανάμεσα σε δύο αντιλήψεις. Η πρώτη λέει ότι το άτομο έχει αυταξία και ηθική ευθύνη απέναντι στη συνείδησή του στην οποία και λογοδοτεί. Η δεύτερη λέει ότι το άτομο είναι μια απλή μονάδα όπως χιλιάδες άλλα/άλλες που στρατεύεται στην υπηρεσία ενός ανώτερου σκοπού, στο καλό της κοινωνίας και στην εξέλιξη της ιστορίας.

 

Οι δίκες της Μόσχας, 1931-1938

Ο Ρουμπάσοφ, ως μπολσεβίκος επαναστάτης, είχε υποβληθεί σε θυσίες, είχε υποστεί διώξεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια από τις δυνάμεις που ήθελαν την καταστολή της επανάστασης αλλά, αργότερα ως υψηλόβαθμο κομματικό στέλεχος, είχε οδηγήσει με τις αποφάσεις του ή με την αδράνειά του στον θάνατο πολλούς άλλους συντρόφους, ακόμα και τη γυναίκα με την οποία συνδεόταν ερωτικά, έστω και ελάχιστα. Πάνω από οτιδήποτε άλλο έθετε την κομματική πειθαρχία και τη συμμόρφωση στις αρχές της επανάστασης. Όταν οι συσχετισμοί στο Κόμμα αλλάζουν, πέφτει και ο ίδιος θύμα αυτής της λογικής. Η λογική που το Κόμμα ενστερνίζεται είναι ότι το άτομο δεν έχει, δεν δικαιούται να έχει, δική του αυτόνομη πορεία. Είναι ολοκληρωτικά δοσμένο στην υπηρεσία του ανώτερου σκοπού. Με άλλα λόγια το άτομο είναι το «μηδέν»· το Κόμμα, ο σκοπός, η διαρκής επανάσταση, η Ιστορία, οι μάζες είναι το «άπειρο».

Ο Ρουμπάσοφ φτάνει σε αυτόν τον προβληματισμό και αρχίζει να κλονίζεται για την ορθότητα των αντιλήψεων που έως τότε πιστά είχε υπηρετήσει όταν συνειδητοποιεί ότι το Κόμμα στρέφεται εναντίον του, όπως είχε στραφεί και εναντίον ολόκληρης της παλαιάς φρουράς των μπολσεβίκων (από τις αποκαθηλωμένες φωτογραφίες εκείνων των παλιών μπολσεβίκων στα κομματικά γραφεία δεν μένει παρά μόνο το μπάλωμα στους τοίχους!). Στο τέλος ο παλιός μπολσεβίκος εκτελείται στο κελί των εκτελέσεων αφού προηγουμένως σε δημόσια δίκη είχε αποδεχτεί τα πάντα, ιδίως ό,τι δεν είχε διαπράξει. Το ηθικό βάρος του τέλους δεν προέρχεται από την αθωότητά του –αθώος δεν ήταν, εννοείται- αλλά από την επίγνωσή των όσων έγιναν και των όσων υπηρέτησε πολιτικά, ιδεολογικά και φιλοσοφικά. Ο Ρουμπάσοφ ήταν θύμα των ίδιων των πρακτικών που εφάρμοσε όπως και πολλοί άλλοι μπολσεβίκοι εκείνης της πρώτης περιόδου.  

Το έργο είναι εμπνευσμένο από τις (τέσσερις) Δίκες της Μόσχας (1936-1938) κατά τις οποίες πολλοί παλιοί μπολσεβίκοι, κάποιοι εκ των οποίων και μέλη του πολιτικού γραφείου, κατηγορήθηκαν και εξοντώθηκαν από την κομματική γραφειοκρατία που είχε επιβάλει ο Ιωσήφ Στάλιν. Τα κατηγορητήρια αφορούσαν αντεπαναστατική και αντιπολιτευτική δράση.

 

Οι δίκες της Μόσχας, 1931-1938

Το βιβλίο Το μηδέν και το άπειρο (Darkness at Noon), είναι ένα πολιτικό και φιλοσοφικό μυθιστόρημα που εξετάζει πώς μια επανάσταση μπορεί να μετατραπεί σε ολοκληρωτικό καθεστώς. Μου θύμισε καθώς το διάβαζα το μυθιστόρημα του Λεονάρδο Παδούρα, Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά και είναι και αυτό εξίσου συναρπαστικό. Ο συγγραφέας του, Εβραίος ουγγρικής καταγωγής, μέλος του κομμουνιστικού κόμματος Γερμανίας έως το 1931, εξέδωσε αυτό το σπουδαίο βιβλίο το 1940 στην Αγγλία όπου είχε εγκατασταθεί με τη σύζυγό του.

df

 

 

 

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Περσεφόνη

 

Κάποια φορά θ’ αποφασίσω αλλιώς   Γιατί κάθε που ανεβαίνω φαρμακώνομαι   Να της σταθώ σαν κόρη, λέει, γιατί μαραζώνει   Αμέσως μόλις μ’ άρπαξαν έτρεξε τάχα πονεμένη στους δικούς της να τη λυπηθούν   Και από πάνω τους εκβίαζε   Και λίγο λίγο το κατέφερε να με γυρίζει πίσω κάθε τόσο

Αδιάντροπη και ψεύτρα όπως πάντα   Όλους τους έπεισε να τη λατρεύουν  σαν θεά με κάτι δήθεν τελετές και μπιχλιμπίδια   Στα δάχτυλα τους παίζει όπως θέλει με δάκρυα και απειλές

 Και τι κατάλαβα που ήμουνα μαζί της;   Συνέχεια η γκρίνια της στ’ αυτιά μου   Ανίκανη να ράψω ένα ρούχο   Ν’ απλώσω ένα σεντόνι   Να ΄χω έναν άντρα στο βρακί μου 

Αγύμναστη μ’ ανέβαζε κι ανάξια με κατέβαζε   Με έσερνε αχάραγα στα σταροχώραφα μέσα σε φίδια και σκορπιούς   Εκείνη θέριζε με τους εργάτες της κι εγώ έκλαιγα με το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια μου   Της έλεγα πως είναι από τα έμμηνα για να με παρατήσει ήσυχη

 Σκληρή γυναίκα   Για άντρα δεν ξαγρύπνησε ποτέ   Μήτε θα σκέφτηκε ότι μπορεί να το ’θελα κι αφέθηκα στον θείο μου, τον μόνο άξιο αρσενικό στο σόι της   Ότι μπορεί να το  ‘χαμε κι οι δυο μας συμφωνήσει   Για να ‘μαστε μαζί εκεί κάτω  

Δυο άτιμα κορμιά χαμένα   

Και ξεγραμμένα απ΄ όλους


Δημήτρης Φωτεινόπουλος
6/2026

 


Volkswagen van Hippi

 
 

Αφού τα πράγματα ήλθαν έτσι
λέω να πάρουμε εκείνο το παλιό βανάκι
να βάλουμε μέσα λίγες  κουρελούδες,
δύο sleeping bags
τα βιβλία που μας αρέσουν και την καφετιέρα μας
και να πηγαίνουμε σε μέρη με θάλασσα,

να καθόμαστε στην παραλία με τις ώρες

να διαβάζουμε
ή δίπλα στη φωτιά τυλιγμένοι σε ζεστά μπουφάν
να βλέπουμε τα φώτα απέναντι
και ν’ ακούμε μουσική από κάποια playlist.
 
Κι αν αντιληφθούμε κάτι ύποπτο
γρήγορα να μπαίνουμε μέσα ξανά
να σηκώνουμε τα κουρτινάκια λίγο
για να δούμε έξω τι θα γίνει
να κοιτιόμαστε στα μάτια
και να λυνόμαστε αγκαλιά στα γέλια.

 

  

Δημήτρης Φωτεινόπουλος
11/2020

 

Παραμονή Πρωτοχρονιάς

 

Μου αρέσουν τα μαύρα μακριά παλτά
που φτάνουν λίγο κάτω από το γόνατο,
φοριούνται πάνω από ζιβάγκο
κι έχουν τσέπες
να χωρούν ένα πλακέ μπουκάλι με κονιάκ
και σοκολάτες.
 
Μέσα σ' ένα τέτοιο τυλιγμένος,
παραμονή πρωτοχρονιάς,
με σηκωμένο τον γιακά,
πολύχρωμο κασκόλ και σκούφο,
έχοντας κάπου παραχώσει
έναν τόμο με ποιήματα του Billy Collins
και με σακίδιο στον ώμο
γεμάτο  σημειώσεις, ψευδαισθήσεις,
ντεπόν
και χτυπημένα εισιτήρια
τριγυρίζω,
αργά προς το βραδάκι πια,
σε δρόμους και παρόδους
για να βρω αυτό το αργοπορημένο καφενείο
όπου θα παραγγείλω τσάι του βουνού
και θα γράψω
το τελευταίο ποίημα της χρονιάς.

  

Δημήτρης Φωτεινόπουλος
1/2020

 

Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα

 

Μου στέλνεις μία σέλφι σου
στο messenger
αργά, πολύ αργά 
μέσα στη νύχτα:

καλυμμένη με αφρόλουτρο
το κεφάλι ακουμπά 
στο χείλος
 της μπανιέρας
τα μαλλιά βρεγμένα
να γυαλίζουν
τραβηγμένα ψηλά.

Είμαι κομμάτια,
μου γράφεις από κάτω,
σε περιμένω να 'ρθεις
να με πάρεις αγκαλιά
να μου διαβάσεις παραμύθια
ώσπου να ξημερώσει. 

 

Δημήτρης Φωτεινόπουλος
6/2021

 

 

 

Τις κρύες μέρες

 

Τις κρύες μέρες του χειμώνα
αφήνω κατά μέρος ό,τι γράφω
βάζω τη θέρμανση στο τέρμα 
και περιμένω να 'ρθεις
από τη δουλειά λίγο νωρίτερα
με κατακόκκινα τα μάγουλα
και με τη μυρωδιά του κρύου
πάνω σου

ν΄ αρχίσεις να κυκλοφορείς
στο διαμέρισμα
μόνο μ΄ένα μακρύ πουλόβερ
και καλτσάκια,
να κοιτάζεις ώρα απ' το παράθυρο
την κίνηση στο  Central Park
και να μ΄ ακούς
να παίζω το Love for Sale
και το I want to stey here
στο πιάνο.

 

 Δημήτρης Φωτεινόπουλος
6/2021

 

Henry David Thoreau, Walden ή Η ζωή στο δάσος (Κέδρος)

  Ο Χένρι Ντέιβιντ Θόρω (Henry David Thoreau, 1817-1862) ήταν Αμερικανός φιλόσοφος, συγγραφέας, πολιτικός διανοούμενος και ποιητής. Γεννήθηκ...