![]() |
Ο Ζαν Μπατίστ Κλαμάνς είναι ένας παριζιάνος δικηγόρος
που έχει εγκαταλείψει τη χώρα του μετά από μια σειρά γεγονότων που ανέτρεψαν τη
ζωή του και κατοικεί πλέον στο Άμστερνταμ. Αστός, έξυπνος, πλούσιος,
φιλάνθρωπος και απολύτως ικανοποιημένος από τον εαυτό του, με ρητορικές
ικανότητες και κατακτήσεις στο γυναικείο φύλο, γνώρισε στη ζωή του
επαγγελματική δόξα, τον έρωτα από πολλές γυναίκες και φημισμένες αγορεύσεις. Η
αρχή της ιστορίας του, όπως την αποκαλύπτει σε έναν άγνωστο ακροατή στο
μπαρ Μέξικο Σίτυ, αναφέρεται στην αντίληψη που είχε για τον εαυτό
του εκείνα τα παλιά, ένδοξα χρόνια: φιλάρεσκος, ματαιόδοξος, αλαζόνας,
εγωκεντρικός. Όλα όμως ανατράπηκαν όταν, επιστρέφοντας από κάποια νυχτερινή
εξόρμηση, αδιαφόρησε παρότι αντιλήφθηκε μια νέα γυναίκα να πέφτει στον Σηκουάνα
-παρότι την είδε, δεν έπεσε στο νερό για να τη βοηθήσει. Αυτό το γεγονός ρίχνει
νέο φως στη ζωή του: αρχίζει να κυριαρχείται από ενοχές και από τη στιγμή
εκείνη αρχίζει η πτώση του. Οι ενοχές του διογκώνονται και καταλήγουν να γίνουν
εμμονή. Από τότε κρίνει την ύπαρξή του ως άχρηστη. Συνειδητοποιεί τη ματαιότητα
της προηγούμενης στάσης του, η οποία του γίνεται αφόρητη. Προσπαθεί να ξεφύγει
από τις τύψεις του, αλλά είναι αδυσώπητα παγιδευμένος στο παρελθόν του.
Αντιμέτωπος με όλο και πιο δυσβάσταχτες αναμνήσεις, αναχωρεί από το Παρίσι για
τις φτωχογειτονιές του Άμστερνταμ και βρίσκει καταφύγιο στο κακόφημο μπαρ,
πλησιάζει διάφορους θαμώνες στους οποίους αποκαλύπτει την ιστορία του,
μετατρέποντάς την σε καθρέφτη: εμφανίζει τις πιο αισχρές πλευρές του, έτσι ώστε
καθένας να μπορέσει να δε σε αυτόν και τα δικά του ηθικά παραπτώματα, και τις
δικές του ενοχές. Οι εκμυστηρεύσεις του λειτουργούν ως ο εξομολογητής ολόκληρης
της διεφθαρμένης ανθρωπότητας. Καθώς η εξομολόγηση προχωρεί, ο Κλαμάνς θυμάται
και άλλα γεγονότα, το ίδιο οδυνηρά: τον θάνατο ενός συγκρατούμενου του σε
κάποιο στρατόπεδο αιχμαλώτων στη Βόρεια Αφρική, την άμετρη και εγωιστική
κατάχρηση της αγάπης των γυναικών απέναντί του. Στην τελευταία τους συνάντηση ο
συνομιλητής του τον επισκέπτεται στο διαμέρισμά του. Εκεί ο Κλαμάνς του δείχνει
έναν πίνακα του Γιαν βαν Άικ, κλεμμένο το 1936 , τον Οι ακέραιοι
δικαστές , που είχε αγοράσει στο μπαρ. Έχει την ελπίδα ότι κάποιος από
τους αγνώστους συνομιλητές του θα είναι αστυνομικός και θα τον συλλάβει για την
αγορά του. Όμως και πάλι διαψεύδεται. Και ο αποψινός συνομιλητής του είναι
δικηγόρος από το Παρίσι.
| Albert Camus, 1913-1960 |
Στο μυθιστόρημα ο Κλαμάνς είναι ένας άνθρωπος εξαιρετικά οξυδερκής. Καταλαβαίνει πολύ καλά τον εαυτό του και τους άλλους. Το πρόβλημά του είναι η ηθική του διαφθορά και η υποκρισία. Στο Παρίσι ήταν επιτυχημένος δικηγόρος, γεμάτος αυτοθαυμασμό. Πίστευε ότι ήταν γενναιόδωρος, δίκαιος, σχεδόν ηθικά ανώτερος. Όμως η στιγμή με τη γυναίκα που πέφτει στον Σηκουάνα (και εκείνος δεν κάνει τίποτα) διαλύει αυτή την εικόνα. Από εκεί αρχίζει η «πτώση» του. Το ενδιαφέρον είναι ότι μετά δεν γίνεται απλώς κυνικός. Γίνεται αυτό που ονομάζει «δικαστής-μετανοών». Αυτό σημαίνει ότι ομολογεί τη δική του ενοχή αλλά ταυτόχρονα κατηγορεί όλη την ανθρωπότητα για το ίδιο πράγμα. Με άλλα λόγια λέει: «Είμαι ένοχος — άρα είμαστε όλοι ένοχοι.» Γι’ αυτό πολλοί αναγνώστες νιώθουν ότι είναι πολύ ευφυής αλλά και αφόρητα αυτάρεσκος και χειριστικός. Οπότε το ερώτημα που προκύπτει για τον αναγνώστη και που ίσως θέλει να προκαλέσει και ο συγγραφέας είναι: είναι ειλικρινής εξομολόγηση που κάνει ή συνιστά μια νέα μορφή εγωισμού; Πολλοί κριτικοί λένε ότι ο Κλεμάνς λειτουργεί σαν καθρέφτης του αναγνώστη. Μας οδηγεί, δηλαδή, όλους εμάς που διαβάζουμε τον μονόλογό του, σιγά-σιγά να αναρωτηθούμε: «Πώς θα αντιδρούσαμε εμείς στη θέση του, αν είμαστε στη γέφυρα του ποταμού και αντιλαμβανόμαστε τη γυναίκα να πέφτει; Θα είχαμε, άραγε, πέσει στο νερό για να τη σώσουμε; Και αν δεν τον κάναμε, πώς, με ποιο σκεπτικό θα δικαιολογούσαμε την αδράνειά μας; Θα είχαμε προσπαθήσει να τη δικαιολογήσουμε διασπείροντας μια συλλογική ενοχή;»
| Amsterdam, Amstel river |
Δεν το κρύβω: διαβάζοντας
τον μονόλογο του Κλαμάνς, μου δημιουργήθηκε η εντύπωση πως πρόκειται για έναν
άνθρωπο διανοητικά ανισόρροπο και ψυχικά διαταραγμένο. Νομίζω ότι και άλλοι θα
είχαν εντοπίσει στοιχεία που τον κάνουν να φαίνεται κάπως έτσι. Το πρώτο είναι ότι μονολογεί ασταμάτητα. Όλο το βιβλίο
είναι ουσιαστικά μια εξομολόγηση σε
έναν άγνωστο μέσα σ’ ένα μπαρ του Άμστερνταμ. Αυτό από μόνο του
δημιουργεί μια ατμόσφαιρα σχεδόν παρανοϊκή: μιλάει ακατάσχετα· αναλύει,
κατηγορεί, ειρωνεύεται —χωρίς να ακούμε ποτέ τον συνομιλητή του. το δεύτερο
είναι η εμμονή του με την ενοχή.
Μετά το περιστατικό με τη γυναίκα στον Σηκουάνα, ο νους του αρχίζει να
περιστρέφεται διαρκώς γύρω από την ιδέα
της ενοχής και της υποκρισίας. Τέλος, ότι μετατρέπει την αυτοκριτική σε κατηγορία προς όλους. Αυτό είναι
ίσως το πιο «άρρωστο» στοιχείο του: ομολογεί τα ελαττώματά του, αλλά το κάνει
για να αποδείξει ότι κανείς δεν είναι
καλύτερος από αυτόν.
Κατέληξα στην
άποψη ότι ο Καμύ δεν τον παρουσιάζει
ως «τρελό» χαρακτήρα· δεν ήταν άλλωστε ποτέ αυτός ο σκοπός του κειμένου του.
Τον εμφανίζει ως ακραία, σχεδόν κλινική,
μορφή αυτοσυνείδησης. Σαν να παίρνει την ανθρώπινη υποκρισία, να την
παρατηρεί στο μικροσκόπιο και έπειτα να την μεγεθύνει. Ο Κλαμάνς μοιάζει με έναν διεστραμμένο εξομολογητή. Απευθύνεται στον άγνωστο άνδρα του μπαρ
(αλλά στην ουσία σε καθέναν από εμάς, μάς λέει τα πάντα για τον εαυτό του, αλλά
στο τέλος αισθανόμαστε ότι εμείς είμαστε που δικαζόμαστε -ο καθένας από εμάς, για
την ακρίβεια. Και γι’ αυτό πολλοί αναγνώστες τοποθετούμαστε αρνητικά απέναντί
του. Ζαν Μπατίστ Κλεμάνς ή σου προκαλεί
δυσφορία, εκνευρισμό, θυμό κάποτε. Ίσως αυτό επιδιώκει ο Καμύ.
Πρώτα εξαιτίας
της αυτάρεσκης εξομολόγησής του.
Η εξομολόγηση αυτή έχει δύο σκέλη, το πριν και το μετά του περιστατικού. Πριν
από το περιστατικό μας απωθεί η αλαζονεία του να τοποθετεί τον εαυτό του πάντα
στην ορθή πλευρά της ζωής, της έντιμης, της ηθικής, της άμεμπτης στάσης. Αυτή η
«ηθική καθαρότητα», η «ηθική εντιμότητα», ιδιαιτέρως όταν ομολογείται με τον
επιδεικτικό τρόπο του Κλαμάνς, είναι από μόνη της προκλητική –ούτε το παραμικρό
ίχνος αμφιβολίας, μετριοφροσύνης –ούτε η παραμικρή ρωγμή αμφιβολίας. Μετά από
το περιστατικό: υποτίθεται ότι «ομολογεί»
τα ελαττώματά του, αλλά το κάνει με έναν τρόπο που είναι εξίσου προκλητικός.
Δεν ταπεινώνεται, δεν ομολογεί κανένα παράπτωμα, καμιά «αμαρτία». Και εδώ,
«καθαρός» ή, τουλάχιστον το ίδιο «βρόμικος» με οποιονδήποτε άλλον. Και όχι μόνο
αυτό· πραγματικά απολαμβάνει να αναλύει την πτώση του. Έπειτα ηθική παγίδα. Κάθε φορά που κατηγορεί
τον εαυτό του, γλιστράει προς το συμπέρασμα: «όλοι έτσι είμαστε». Δηλαδή
σε τραβάει μέσα στη δική του ενοχή.
Έπειτα είναι
και ο τόνος της ειρωνικής ανωτερότητας.
Ακόμα και όταν αυτο-καταγγέλλεται, νιώθεις ότι κρατάει τον έλεγχο της συζήτησης. Σαν να λέει: «Σας ξεσκέπασα
όλους» -ένας ναρκισσιστής που ανακάλυψε την ενοχή αλλά την χρησιμοποιεί ως νέο
τρόπο υπεροχής.
Ο Καμύ γράφει το βιβλίο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (εκδόθηκε το 1956 από τις εκδόσεις GallImard), σε μια Ευρώπη γεμάτη ηθική αυτο-αμφισβήτηση. Ο Κλαμάνς ενσαρκώνει αυτή την εποχή: άνθρωποι που ξαφνικά αναρωτιούνται πόσο αθώοι ήταν πραγματικά, ποια ήταν η ευθύνη τους (ή, καλύτερα, ο βαθμός της ενοχής τους) σε ό,τι φρικώδες είχε προηγηθεί. Πρόκειται για ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα. Διερευνά την ύπαρξη, την έλλειψη ή τη διαστρέβλωση των αξιών, την αθωότητα και την ενοχή, το ανούσιο μιας αναπόφευκτης ζωής, την αδράνεια και τις συνέπειές της, την ελευθερία, τον αθεϊσμό και την κοινωνία με τη φιλοσοφική έννοια του παραλόγου. Είναι ένα καθολικό κατηγορητήριο της ανθρωπότητας, ένα εξευτελιστικό πορτρέτο του σύγχρονου ανθρώπου μέσα από μια εξομολόγηση. Και ίσως γι’ αυτό είναι τόσο ενοχλητικός αυτός ο μονόλογος και αυτός ο περίεργος και αλλοπρόσαλλος τύπος, ο Κλαμάνς: είναι σαν καθρέφτης που μιλάει πάρα πολύ. Λέει όμως την αλήθεια για τον εαυτό του, ή ότι παίζει έναν ρόλο μπροστά στον ακροατή του; Από τη μία πλευρά, σίγουρα λέει αλήθειες για τον εαυτό του. Έχει πραγματική αυτογνωσία. Βλέπει καθαρά την υποκρισία του, τον ναρκισσισμό του, την ανάγκη του να φαίνεται ενάρετος. Από την άλλη, σκηνοθετεί τον εαυτό του. Η εξομολόγηση είναι και ένα είδος θεάτρου. Παίζει τον ρόλο του «πεσμένου ανθρώπου». Αυτό ίσως να τον κάνει περισσότερο ενοχλητικό: η ειλικρίνειά του δεν τον εξαγνίζει. Αντίθετα, γίνεται ένα νέο εργαλείο δύναμης. Σαν να λέει: «Εγώ τουλάχιστον παραδέχομαι τι είμαι. Εσείς;» Γι’ αυτό και για τον εαυτό του επιφυλάσσει τον χαρακτηρισμό: «δικαστής-μετανοών»: πρώτα καταδικάζει τον εαυτό του, για να μπορέσει μετά να καταδικάσει τους πάντες. Και υπάρχει και κάτι ψυχολογικά πολύ ενδιαφέρον: ο Κλαμάνς μοιάζει με άνθρωπο που δεν αντέχει να είναι απλώς ένοχος. Πρέπει να μετατρέψει την ενοχή του σε σύστημα, σε φιλοσοφία. Γι’ αυτό πολλοί τον διαβάζουν ως έναν από τους πιο ανησυχητικούς αφηγητές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Ο Καμύ φαίνεται να υπονοεί ότι ο χαρακτήρας του απλώς αλλάζει στρατηγική. Παλιά ήταν ο ενάρετος δικηγόρος που χαιρόταν να φαίνεται καλός, γενναιόδωρος και ηθικός. Μετά την «πτώση» γίνεται ο κυνικός εξομολογητής που αποκαλύπτει τα πάντα —αλλά συνεχίζει να βρίσκεται στο κέντρο της σκηνής. Αυτό σημαίνει ότι το βασικό του χαρακτηριστικό, ο ναρκισσισμός, δεν φεύγει ποτέ. Απλώς αλλάζει μορφή: από την αρετή, που με τέτοιο στόμφο διαφημίζεται, οδηγείται/«εκπίπτει» στην παραδεδεγμένη ενοχή που διαφημίζεται εξίσου. Και στις δύο περιπτώσεις όμως θέλει να κυριαρχεί ηθικά πάνω στους άλλους.
Γι’ αυτό η τελευταία αίσθηση του βιβλίου είναι κάπως ανησυχητική. Ο Κλαμάνς δεν μοιάζει λυτρωμένος. Μοιάζει μάλλον με κάποιον που έφτιαξε ένα νέο ρόλο για να συνεχίσει να υπάρχει. Και ίσως εκεί βρίσκεται η ειρωνεία του Καμύ: ο άνθρωπος μπορεί να καταλάβει πολύ καλά τον εαυτό του και παρ’ όλα αυτά να μην αλλάξει καθόλου. Αυτό κάνει τον Κλαμάνς έναν από τους πιο αντιπαθητικούς αλλά και αληθινούς χαρακτήρες της λογοτεχνίας. Ο Κλαμάνς μας θυμίζει τύπο ανθρώπου που έχουμε συναντήσει στην πραγματική ζωή; Πιστεύω, ναι. Τέτοιοι τύποι υπάρχουν και κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Στην αρχή είχα την εντύπωση ότι είναι φιγούρα που σκόπιμα σκιαγραφείται ως «γκροτέσκο», τραβηγμένη ως εκεί που δεν παίρνει. Μετά σκέφτηκα ότι στην εποχή μας δυστυχώς άνθρωποι σαν αυτόν τείνουν να γίνουν κανονικότητα.
Και γι’ αυτό το
τέλος με άφησε με μια περίεργη αίσθηση: σαν να πέρασα ένα βράδυ σε κάποιο μπαρ ακούγοντας έναν άνθρωπο πολύ ευφυή αλλά και βαθιά διαστρεβλωμένο που όμως
κατάφερε να με κάνει να σκεφτώ βαθύτερα το νόημα και τα όρια της ενοχής και,
ίσως, για κάποιες στιγμές να μπόρεσε να με πείσει ή και να με παγιδεύσει.
df






