Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Albert Camus, Η πτώση (Καστανιώτης)

 


Ο Ζαν Μπατίστ Κλαμάνς είναι ένας παριζιάνος δικηγόρος που έχει εγκαταλείψει τη χώρα του μετά από μια σειρά γεγονότων που ανέτρεψαν τη ζωή του και κατοικεί πλέον στο Άμστερνταμ. Αστός, έξυπνος, πλούσιος, φιλάνθρωπος και απολύτως ικανοποιημένος από τον εαυτό του, με ρητορικές ικανότητες και κατακτήσεις στο γυναικείο φύλο, γνώρισε στη ζωή του επαγγελματική δόξα, τον έρωτα από πολλές γυναίκες και φημισμένες αγορεύσεις. Η αρχή της ιστορίας του, όπως την αποκαλύπτει σε έναν άγνωστο ακροατή στο μπαρ Μέξικο Σίτυ, αναφέρεται στην αντίληψη που είχε για τον εαυτό του εκείνα τα παλιά, ένδοξα χρόνια: φιλάρεσκος, ματαιόδοξος, αλαζόνας, εγωκεντρικός. Όλα όμως ανατράπηκαν όταν, επιστρέφοντας από κάποια νυχτερινή εξόρμηση, αδιαφόρησε παρότι αντιλήφθηκε μια νέα γυναίκα να πέφτει στον Σηκουάνα -παρότι την είδε, δεν έπεσε στο νερό για να τη βοηθήσει. Αυτό το γεγονός ρίχνει νέο φως στη ζωή του: αρχίζει να κυριαρχείται από ενοχές και από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η πτώση του. Οι ενοχές του διογκώνονται και καταλήγουν να γίνουν εμμονή. Από τότε κρίνει την ύπαρξή του ως άχρηστη. Συνειδητοποιεί τη ματαιότητα της προηγούμενης στάσης του, η οποία του γίνεται αφόρητη. Προσπαθεί να ξεφύγει από τις τύψεις του, αλλά είναι αδυσώπητα παγιδευμένος στο παρελθόν του. Αντιμέτωπος με όλο και πιο δυσβάσταχτες αναμνήσεις, αναχωρεί από το Παρίσι για τις φτωχογειτονιές του Άμστερνταμ και βρίσκει καταφύγιο στο κακόφημο μπαρ, πλησιάζει διάφορους θαμώνες στους οποίους αποκαλύπτει την ιστορία του, μετατρέποντάς την σε καθρέφτη: εμφανίζει τις πιο αισχρές πλευρές του, έτσι ώστε καθένας να μπορέσει να δε σε αυτόν και τα δικά του ηθικά παραπτώματα, και τις δικές του ενοχές. Οι εκμυστηρεύσεις του λειτουργούν ως ο εξομολογητής ολόκληρης της διεφθαρμένης ανθρωπότητας. Καθώς η εξομολόγηση προχωρεί, ο Κλαμάνς θυμάται και άλλα γεγονότα, το ίδιο οδυνηρά: τον θάνατο ενός συγκρατούμενου του σε κάποιο στρατόπεδο αιχμαλώτων στη  Βόρεια Αφρική, την άμετρη και εγωιστική κατάχρηση της αγάπης των γυναικών απέναντί του. Στην τελευταία τους συνάντηση ο συνομιλητής του τον επισκέπτεται στο διαμέρισμά του. Εκεί ο Κλαμάνς του δείχνει έναν πίνακα του Γιαν βαν Άικ, κλεμμένο το 1936 , τον Οι ακέραιοι δικαστές , που είχε αγοράσει στο μπαρ. Έχει την ελπίδα ότι κάποιος από τους αγνώστους συνομιλητές του θα είναι αστυνομικός και θα τον συλλάβει για την αγορά του. Όμως και πάλι διαψεύδεται. Και ο αποψινός συνομιλητής του είναι δικηγόρος από το Παρίσι. 



Albert Camus, 1913-1960

Στο μυθιστόρημα ο Κλαμάνς είναι ένας άνθρωπος εξαιρετικά οξυδερκής. Καταλαβαίνει πολύ καλά τον εαυτό του και τους άλλους. Το πρόβλημά του είναι η ηθική του διαφθορά και η υποκρισία. Στο Παρίσι ήταν επιτυχημένος δικηγόρος, γεμάτος αυτοθαυμασμό. Πίστευε ότι ήταν γενναιόδωρος, δίκαιος, σχεδόν ηθικά ανώτερος. Όμως η στιγμή με τη γυναίκα που πέφτει στον Σηκουάνα (και εκείνος δεν κάνει τίποτα) διαλύει αυτή την εικόνα. Από εκεί αρχίζει η «πτώση» του. Το ενδιαφέρον είναι ότι μετά δεν γίνεται απλώς κυνικός. Γίνεται αυτό που ονομάζει «δικαστής-μετανοών». Αυτό σημαίνει ότι ομολογεί τη δική του ενοχή αλλά ταυτόχρονα κατηγορεί όλη την ανθρωπότητα για το ίδιο πράγμα. Με άλλα λόγια λέει: «Είμαι ένοχος — άρα είμαστε όλοι ένοχοι.» Γι’ αυτό πολλοί αναγνώστες νιώθουν ότι είναι πολύ ευφυής αλλά και αφόρητα αυτάρεσκος και χειριστικός. Οπότε το ερώτημα που προκύπτει για τον αναγνώστη και που ίσως θέλει να προκαλέσει και ο συγγραφέας είναι: είναι ειλικρινής εξομολόγηση που κάνει ή συνιστά μια νέα μορφή εγωισμού; Πολλοί κριτικοί λένε ότι ο Κλεμάνς λειτουργεί σαν καθρέφτης του αναγνώστη. Μας οδηγεί, δηλαδή, όλους εμάς που διαβάζουμε τον μονόλογό του, σιγά-σιγά να αναρωτηθούμε: «Πώς θα αντιδρούσαμε εμείς στη θέση του, αν είμαστε στη γέφυρα του ποταμού και αντιλαμβανόμαστε τη γυναίκα να πέφτει; Θα είχαμε, άραγε, πέσει στο νερό για να τη σώσουμε; Και αν δεν τον κάναμε, πώς, με ποιο σκεπτικό θα δικαιολογούσαμε την αδράνειά μας; Θα είχαμε προσπαθήσει να τη δικαιολογήσουμε διασπείροντας μια συλλογική ενοχή;»

Amsterdam, Amstel river


Δεν το κρύβω: διαβάζοντας τον μονόλογο του Κλαμάνς, μου δημιουργήθηκε η εντύπωση πως πρόκειται για έναν άνθρωπο διανοητικά ανισόρροπο και ψυχικά διαταραγμένο. Νομίζω ότι και άλλοι θα είχαν εντοπίσει στοιχεία που τον κάνουν να φαίνεται κάπως έτσι. Το πρώτο είναι ότι μονολογεί ασταμάτητα. Όλο το βιβλίο είναι ουσιαστικά μια εξομολόγηση σε έναν άγνωστο μέσα σ’ ένα μπαρ του Άμστερνταμ. Αυτό από μόνο του δημιουργεί μια ατμόσφαιρα σχεδόν παρανοϊκή: μιλάει ακατάσχετα· αναλύει, κατηγορεί, ειρωνεύεται —χωρίς να ακούμε ποτέ τον συνομιλητή του. το δεύτερο είναι η εμμονή του με την ενοχή. Μετά το περιστατικό με τη γυναίκα στον Σηκουάνα, ο νους του αρχίζει να περιστρέφεται διαρκώς γύρω από την ιδέα της ενοχής και της υποκρισίας. Τέλος, ότι μετατρέπει την αυτοκριτική σε κατηγορία προς όλους. Αυτό είναι ίσως το πιο «άρρωστο» στοιχείο του: ομολογεί τα ελαττώματά του, αλλά το κάνει για να αποδείξει ότι κανείς δεν είναι καλύτερος από αυτόν.

Κατέληξα στην άποψη ότι ο Καμύ δεν τον παρουσιάζει ως «τρελό» χαρακτήρα· δεν ήταν άλλωστε ποτέ αυτός ο σκοπός του κειμένου του. Τον εμφανίζει ως ακραία, σχεδόν κλινική, μορφή αυτοσυνείδησης. Σαν να παίρνει την ανθρώπινη υποκρισία, να την παρατηρεί στο μικροσκόπιο και έπειτα να την μεγεθύνει. Ο Κλαμάνς μοιάζει με έναν διεστραμμένο εξομολογητή. Απευθύνεται στον άγνωστο άνδρα του μπαρ (αλλά στην ουσία σε καθέναν από εμάς, μάς λέει τα πάντα για τον εαυτό του, αλλά στο τέλος αισθανόμαστε ότι εμείς είμαστε που δικαζόμαστε -ο καθένας από εμάς, για την ακρίβεια. Και γι’ αυτό πολλοί αναγνώστες τοποθετούμαστε αρνητικά απέναντί του. Ζαν Μπατίστ Κλεμάνς ή σου προκαλεί δυσφορία, εκνευρισμό, θυμό κάποτε. Ίσως αυτό επιδιώκει ο Καμύ.

Πρώτα εξαιτίας της αυτάρεσκης εξομολόγησής του. Η εξομολόγηση αυτή έχει δύο σκέλη, το πριν και το μετά του περιστατικού. Πριν από το περιστατικό μας απωθεί η αλαζονεία του να τοποθετεί τον εαυτό του πάντα στην ορθή πλευρά της ζωής, της έντιμης, της ηθικής, της άμεμπτης στάσης. Αυτή η «ηθική καθαρότητα», η «ηθική εντιμότητα», ιδιαιτέρως όταν ομολογείται με τον επιδεικτικό τρόπο του Κλαμάνς, είναι από μόνη της προκλητική –ούτε το παραμικρό ίχνος αμφιβολίας, μετριοφροσύνης –ούτε η παραμικρή ρωγμή αμφιβολίας. Μετά από το περιστατικό:  υποτίθεται ότι «ομολογεί» τα ελαττώματά του, αλλά το κάνει με έναν τρόπο που είναι εξίσου προκλητικός. Δεν ταπεινώνεται, δεν ομολογεί κανένα παράπτωμα, καμιά «αμαρτία». Και εδώ, «καθαρός» ή, τουλάχιστον το ίδιο «βρόμικος» με οποιονδήποτε άλλον. Και όχι μόνο αυτό· πραγματικά απολαμβάνει να αναλύει την πτώση του. Έπειτα ηθική παγίδα. Κάθε φορά που κατηγορεί τον εαυτό του, γλιστράει προς το συμπέρασμα: «όλοι έτσι είμαστε». Δηλαδή σε τραβάει μέσα στη δική του ενοχή.

Έπειτα είναι και ο τόνος της ειρωνικής ανωτερότητας. Ακόμα και όταν αυτο-καταγγέλλεται, νιώθεις ότι κρατάει τον έλεγχο της συζήτησης. Σαν να λέει: «Σας ξεσκέπασα όλους» -ένας ναρκισσιστής που ανακάλυψε την ενοχή αλλά την χρησιμοποιεί ως νέο τρόπο υπεροχής.

Ο Καμύ γράφει το βιβλίο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (εκδόθηκε το 1956 από τις εκδόσεις GallImard), σε μια Ευρώπη γεμάτη ηθική αυτο-αμφισβήτηση. Ο Κλαμάνς ενσαρκώνει αυτή την εποχή: άνθρωποι που ξαφνικά αναρωτιούνται πόσο αθώοι ήταν πραγματικά, ποια ήταν η ευθύνη τους (ή, καλύτερα, ο βαθμός της ενοχής τους) σε ό,τι φρικώδες είχε προηγηθεί. Πρόκειται για ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα. Διερευνά την ύπαρξη, την έλλειψη ή τη διαστρέβλωση των αξιών, την αθωότητα και την ενοχή, το ανούσιο μιας αναπόφευκτης ζωής, την αδράνεια και τις συνέπειές της, την ελευθερία, τον αθεϊσμό και την κοινωνία με τη φιλοσοφική έννοια του παραλόγου. Είναι ένα καθολικό κατηγορητήριο της ανθρωπότητας, ένα εξευτελιστικό πορτρέτο του σύγχρονου ανθρώπου μέσα από μια εξομολόγηση. Και ίσως γι’ αυτό είναι τόσο ενοχλητικός αυτός ο μονόλογος και αυτός ο περίεργος και αλλοπρόσαλλος τύπος, ο Κλαμάνς: είναι σαν καθρέφτης που μιλάει πάρα πολύ. Λέει όμως την αλήθεια για τον εαυτό του, ή ότι παίζει έναν ρόλο μπροστά στον ακροατή του; Από τη μία πλευρά, σίγουρα λέει αλήθειες για τον εαυτό του. Έχει πραγματική αυτογνωσία. Βλέπει καθαρά την υποκρισία του, τον ναρκισσισμό του, την ανάγκη του να φαίνεται ενάρετος. Από την άλλη, σκηνοθετεί τον εαυτό του. Η εξομολόγηση είναι και ένα είδος θεάτρου. Παίζει τον ρόλο του «πεσμένου ανθρώπου». Αυτό ίσως να τον κάνει περισσότερο ενοχλητικό: η ειλικρίνειά του δεν τον εξαγνίζει. Αντίθετα, γίνεται ένα νέο εργαλείο δύναμης. Σαν να λέει: «Εγώ τουλάχιστον παραδέχομαι τι είμαι. Εσείς;» Γι’ αυτό και για τον εαυτό του επιφυλάσσει τον χαρακτηρισμό: «δικαστής-μετανοών»: πρώτα καταδικάζει τον εαυτό του, για να μπορέσει μετά να καταδικάσει τους πάντες. Και υπάρχει και κάτι ψυχολογικά πολύ ενδιαφέρον: ο Κλαμάνς μοιάζει με άνθρωπο που δεν αντέχει να είναι απλώς ένοχος. Πρέπει να μετατρέψει την ενοχή του σε σύστημα, σε φιλοσοφία. Γι’ αυτό πολλοί τον διαβάζουν ως έναν από τους πιο ανησυχητικούς αφηγητές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Ο Καμύ φαίνεται να υπονοεί ότι ο χαρακτήρας του απλώς αλλάζει στρατηγική. Παλιά ήταν ο ενάρετος δικηγόρος που χαιρόταν να φαίνεται καλός, γενναιόδωρος και ηθικός. Μετά την «πτώση» γίνεται ο κυνικός εξομολογητής που αποκαλύπτει τα πάντα —αλλά συνεχίζει να βρίσκεται στο κέντρο της σκηνής. Αυτό σημαίνει ότι το βασικό του χαρακτηριστικό, ο ναρκισσισμός, δεν φεύγει ποτέ. Απλώς αλλάζει μορφή: από την αρετή, που με τέτοιο στόμφο διαφημίζεται, οδηγείται/«εκπίπτει» στην παραδεδεγμένη ενοχή που διαφημίζεται εξίσου. Και στις δύο περιπτώσεις όμως θέλει να κυριαρχεί ηθικά πάνω στους άλλους.

Γι’ αυτό η τελευταία αίσθηση του βιβλίου είναι κάπως ανησυχητική. Ο Κλαμάνς δεν μοιάζει λυτρωμένος. Μοιάζει μάλλον με κάποιον που έφτιαξε ένα νέο ρόλο για να συνεχίσει να υπάρχει. Και ίσως εκεί βρίσκεται η ειρωνεία του Καμύ: ο άνθρωπος μπορεί να καταλάβει πολύ καλά τον εαυτό του και παρ’ όλα αυτά να μην αλλάξει καθόλου. Αυτό  κάνει τον Κλαμάνς έναν από τους πιο αντιπαθητικούς αλλά και αληθινούς χαρακτήρες της λογοτεχνίας. Ο Κλαμάνς μας θυμίζει τύπο ανθρώπου που έχουμε συναντήσει στην πραγματική ζωή; Πιστεύω, ναι. Τέτοιοι τύποι υπάρχουν και κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Στην αρχή είχα την εντύπωση ότι είναι φιγούρα που σκόπιμα σκιαγραφείται ως «γκροτέσκο», τραβηγμένη ως εκεί που δεν παίρνει. Μετά σκέφτηκα ότι στην εποχή μας δυστυχώς άνθρωποι σαν αυτόν τείνουν να γίνουν κανονικότητα.

Και γι’ αυτό το τέλος με άφησε με μια περίεργη αίσθηση: σαν να πέρασα ένα βράδυ σε κάποιο μπαρ ακούγοντας έναν άνθρωπο πολύ ευφυή αλλά και βαθιά διαστρεβλωμένο που όμως κατάφερε να με κάνει να σκεφτώ βαθύτερα το νόημα και τα όρια της ενοχής και, ίσως, για κάποιες στιγμές να μπόρεσε να με πείσει ή και να με παγιδεύσει.

 

df

 

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Χρήστος Οικονόμου, Κάτι θα γίνει, θα δεις (Πόλις)

 


Το βιβλίο του Χρήστου Οικονόμου «Κάτι θα γίνει, θα δεις» αποτελείται από δεκαέξι διηγήματα και εκδόθηκε το 2010, τη χρονιά, δηλαδή, που η χώρα μας έμπαινε στην περίοδο των μνημονίων και της παρατεταμένης κρίσης. Ωστόσο αυτές οι δεκαέξι ιστορίες είναι σαν να προανήγγειλαν τα δεινά που θα ακολουθούσαν, σαν να τα «προφήτευαν» και να τα αποτύπωναν σε όλη τους την αγριότητα. Τα συγκεκριμένα διηγήματα δείχνουν να γράφονται ακριβώς στην καρδιά της κρίσης αφού περιγράφουν καταστάσεις τις οποίες η ελληνική κοινωνία άρχισε να αντιλαμβάνεται πιο έντονα και σε μεγαλύτερη έκταση τους αμέσως επόμενους μήνες και να βιώνει τραυματικά και επώδυνα τις συνέπειές τους για πολλά ακόμα χρόνια. Και αυτό δείχνει ότι η κρίση των μνημονίων δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία» αλλά σοβούσε χρόνια πριν και βιωνόταν χρόνια πριν ξεσπάσει από πολλούς Έλληνες.

 

Χρήστος Οικονόμου, 1970


Οι υποθέσεις των ιστοριών του βιβλίου εξελίσσονται στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές του Πειραιά, κυρίως τη Νίκαια, αλλά και το Κερατσίνι, τη Δραπετσώνα, το Πέραμα, το Σχιστό. Τα πρόσωπά τους ανήκουν στα πιο φτωχά στρώματα αυτών των περιοχών. Κάποια μόλις έχασαν τη δουλειά τους, άλλα πρόκειται να τη χάσουν, άλλα, παρότι δουλεύουν, ζουν συνεχώς κάτω από τον φόβο της απόλυσης ή της οικονομικής εξαθλίωσης, της αδυναμίας να ανταποκριθούν ακόμα και στα στοιχειώδη, να μείνουν χωρίς φόβο σ’ ένα σπίτι ή να εξασφαλίσουν ένα γεύμα για το παιδί τους, να προστατεύσουν την οικογένειά τους και τους εαυτούς τους. Προσπαθούν να επιβιώσουν όπως όπως, αντιμετωπίζοντας την αρρώστια, τον θάνατο αγαπημένων τους προσώπων, την κακομεταχείριση και την εκμετάλλευση από πολιτικούς, συνδικαλιστές, δημόσιους υπαλλήλους, γιατρούς, εργοδότες, τα εργατικά ατυχήματα, τις απειλές των τραπεζών και τις εξώσεις, τους ανεξόφλητους λογαριασμούς, τις απαλλοτριώσεις, το ποτό, την ατολμία τους, τους ποικίλους συμβιβασμούς, τη βία της καθημερινότητας, τη βία της αναμονής στο ΙΚΑ τα χαράματα μες στο καταχείμωνο για το χαρτάκι προτεραιότητας, των ετοιμόρροπων ζωών τους και την παραβατικότητα.

Συντρίβονται και αλέθονται καθημερινά όχι μόνο από την αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της επιβίωσης αλλά από την κατεδάφιση του κόσμου τους, την απώλεια της ταυτότητάς τους, από την ταπείνωση που φέρνει αυτή η απώλεια· η απώλεια της δουλειάς, του σπιτιού, του άλλου, του ίδιου τους του εαυτού. Ο Μιχάλης, η Λένα, η Έλλη, ο Βάγιος, ο Μάο, η Νίκη, ο Άρης που ζουν στα Μανιάτικα, στην Αμφιάλη, στον Κορυδαλλό είναι για όσους και όσες ζούμε ή κινούμαστε στις περιοχές αυτές πρόσωπα οικεία. Τα βλέπουμε παντού, στις πλατείες στα καφενεία, στο λιμάνι, έξω από σούπερ μάρκετ, έξω από τράπεζες, έξω από τα συσσίτια των ενοριών. 

Ο τίτλος του βιβλίου εκφράζει κάποια αισιοδοξία: κάτι θα γίνει, θα δεις, θα τα καταφέρουμε στο τέλος -έτσι δεν γίνεται πάντα; είναι σαν να μας λέει. "Κάτι θα γίνει, θα δεις, δεν παίρνουν τα σπίτια έτσι στην Ελλάδα οι τράπεζες -δεν είναι Αμερική εδώ" , λέει η γυναίκα στον σύντροφό της στο ομώνυμο διήγημα. Η δική μου αίσθηση όμως, όσο διάβαζα αυτές τις ιστορίες, και την πρώτη και τη δεύτερη φορά, ήταν πως αυτή η αισιοδοξία, ακόμα κι όταν διακρίνεται είναι ισχνή, αναιμική, αδύναμη, ότι χάνεται μέσα στον ωκεανό της παρακμής, της απαξίωσης, του αδιεξόδου. Η αλήθεια είναι ότι στην Ελλάδα εκείνης της περιόδου -αλλά μόνο εκείνης;- το να είσαι φτωχός σήμαινε ότι έπαυες να είσαι αξιοπρεπής. Φτώχεια σημαίνει έκπτωση, ανυποληψία, αλλοτρίωση, περιφρόνηση, ηθική, ψυχική και κοινωνική ταπείνωση. Από αυτήν την άποψη, το τελευταίο διήγημα είναι ενδεικτικό: το ζευγάρι είναι έτοιμο να ξενιτευτεί στη Βουλγαρία (!) "χειρότερα αποδώ δεν θα ΄ναι," λένε, "Κομμάτι κομμάτι, μου παίρνουνε τον κόσμο μου".  

Το διάβασμα κάθε ιστορίας είναι ένα ακόμα γερό χτύπημα για τον αναγνώστη – «Κομμάτι κομμάτι μού παίρνουν τον κόσμο μου», λέει η Νίκη στο τελευταίο διήγημα - μια πίκρα που δεν λέει να φύγει.

df


Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Παρακλαυσίθυρον

 

Πού, άραγε, να βρίσκεται,
χαμένο μες στο χάος της βιβλιοθήκης μου,
εκείνο το κομψό βιβλιαράκι
με τα ποιήματα του Γάιου Βαλέριου Κάτουλλου,
αυτά που αφιέρωνε στην ερωμένη του Λεσβία ;
 
 
Τώρα που κι ο δικός μας έρωτας τελείωσε,
θέλω στους στίχους του να καταφύγω,
αυτούς που έγραφε θρηνώντας στα σκαλιά της,
αποδιωγμένος εραστής,
όπως κι εγώ,
απ' την κοινή τους κλίνη.


Δημήτρης Φωτεινόπουλος
17.1.2026

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Νίκος Μπελογιάννης, Σχέδιο για μια ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας (Άγρα)

 



Τι αποθέματα ψυχικών αντοχών και γενναιότητας μπορεί να διαθέτει ένας άνθρωπος που καταδικασμένος σε θάνατο, αποφασίζει να γράψει μια μελέτη με θέμα την ιστορία της ελληνικής σκέψης από την αρχαιότητα έως τις μέρες του; Πόση αισιοδοξία για τη δημιουργία μιας κοινωνίας στην οποία μάλλον δεν θα προλάβαινε να ζήσει, πόση αγάπη για τον τόπο του και τι πίστη στον Άνθρωπο μπορεί να έχει κάποιος που σε συνθήκες σκληρής απομόνωσης και συνεχούς επιτήρησης ξεκινά ένα τέτοιο φιλόδοξο εγχείρημα;

 Ο Νίκος Μπελογιάννης, περίπου ενάμιση χρόνο πριν από την εκτέλεσή του, ξεκινά αυτό το τεράστιο έργο καταστρώνοντας κατ΄ αρχάς με τη μορφή σημειώσεων ένα Σχέδιο για μια Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Χρησιμοποιεί ως πηγές και βοηθήματα τα ελάχιστα βιβλία που του προμηθεύει ένας δεσμοφύλακας, αποκόμματα από μελέτες, άρθρα και επιστημονικά κείμενα. Μελετά συνεχώς, σταχυολογεί και αποδελτιώνει απόψεις μελετητών καθώς και χωρία από τα ίδια τα λογοτεχνικά κείμενα. Και γράφει ασταμάτητα, σε μικρά χαρτιά που τα διπλώνει και τα ξαναδιπλώνει για να χωρούν σε φακελάκια επισκεπτηρίου αλλά και σε σελίδες σημειώσεων όταν μετάγεται στις φυλακές της Κέρκυρας. Ξέρει ότι η απομόνωση συνιστά σκληρό βασανιστήριο, επομένως για να διατηρήσει την ηθική του υπόσταση, την αξιοπρέπεια και την ψυχική του ισορροπία πρέπει να δώσει στη ζωή του ένα πρόγραμμα και έναν σκοπό. Έτσι, αποφασίζει να διοχετεύσει την πνευματική του δύναμη σε αυτό το μεγαλεπίβολο σχέδιο. Την ιδέα αυτή, όπως αναφέρει η σύντροφος της ζωής του, η Έλλη Παππά, τη συνέλαβε όπως «αλληλογραφούσαν» οι δυο τους στις πολύ δύσκολες συνθήκες τη κοινής τους φυλάκισης στην Αθήνα. Μέσα από αυτήν τη δύσκολη επικοινωνία, κάποια στιγμή προέκυψε η διαπίστωση ότι μια τέτοια μελέτη για την πορεία και την εξέλιξη της ελληνικής σκέψης γενικά, και της νεοελληνικής λογοτεχνίας ειδικότερα, έλλειπε. Ο Μπελογιάννης πρότεινε στην Έλλη Παππά να καλύψουν αυτοί το κενό. Έτσι το έργο το ξεκίνησαν μαζί. Όταν την Έλλη την απομάκρυναν από την Ασφάλεια, τον Ιούλιο του ’51, το συνέχισε μόνος.     

 



Σε αυτό το σχέδιο διερευνά την πορεία της νεοελληνικής λογοτεχνίας από το ύστερο Βυζάντιο ως και τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Θεωρώντας ως βάση, προϋπόθεση της εθνικής αυτοσυνειδησίας τη γλώσσα και τα λογοτεχνικά δημιουργήματά της, μελετά, όσο του επιτρέπουν οι συνθήκες, τη δημώδη, κυρίως, λογοτεχνία, τα ακριτικά τραγούδια, τα Φτωχοπροδρομικά, βυζαντινά έμμετρα μυθιστορήματα, τα έργα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, του Αλέξανδρου Σούτσου, του Κοραή, του Ρήγα, του Ψυχάρη, την «Ελληνική Νομαρχία», τον Σολωμό, δημοτικά τραγούδια, τον Θεοτόκη, τον Παπαρρηγόπουλο, τον Παπαδιαμάντη, τον Βιζυηνό, τον Καλλιγά, τον Ροϊδη, τον Παλαμά και πολλούς άλλους.

Για τη λογοτεχνική παραγωγή της βυζαντινής περιόδου έχει αρνητική άποψη. Παρατηρεί ότι κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο του ανώτερου κλήρου αλλά και των μοναχών, η λογοτεχνία της περιόδου αυτής είναι άνευρη, ασήμαντη, αντιδραστική. Την ίδια αρνητική εκτίμηση διατυπώνει και για το έπος του «Διγενή Ακρίτα»: χωρίς πνοή, χωρίς ηρωικό πνεύμα, γεμάτο από ηθικολογίες καλογερίστικου τύπου και από κακοτεχνίες.

Έχει σε μεγάλη εκτίμηση την «Ελληνική Νομαρχία» για την οποία πιστεύει ότι είναι έργο ύψιστης σημασίας όχι μόνο για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής σκέψης αλλά και για τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και διατυπώνει, αναφορικά με τους συγγραφείς του, την υπόθεση ότι είναι γραμμένο από συντρόφους και συνοδοιπόρους του Ρήγα, τον Σολωμό, για τον οποίο πιστεύει ότι όχι μόνο ως εθνικός αλλά και ως λαϊκός ποιητής, βρίσκεται στην κορυφή της νεότερης λογοτεχνικής παραγωγής, τον Φαναριώτη Αλέξανδρο Σούτσο, τον οποίο εξαίρει για το θάρρος των σατιρικών του στίχων κατά της ξενοκρατίας, της φαυλοκρατίας και, κυρίως, της οθωνικής απολυταρχίας, τον Αδαμάντιο Κοραή για την προσπάθειά του να λειτουργήσει ως πνευματικός καθοδηγητής, τον Αθανάσιο Ψαλλίδα και τον Γεώργιο Τερτσέτη στον χώρο της πεζογραφίας.

Από τους νεότερους συγγραφείς, θεωρεί έντιμες τις προθέσεις του Παπαδιαμάντη, ο οποίος, όπως σημειώνει, προσπάθησε να εκφράσει τη ζωή των απλών ανθρώπων παρά τις πολύ συντηρητικές ιδέες του, τον Δημήτριο Βικέλα, για τον οποίο σημειώνει ότι έγραψε ορισμένα διηγήματα με εθνικό περιεχόμενο, "πολύ συγκινητικά" όπως ο Λουκής Λάρας (1879), τον Παύλο Καλλιγά, με την παρατήρηση ότι πρέπει να αποδοθεί το σημαντικότερο μυθιστόρημά του, ο Θάνος Βλέκας, σε απλούστερα ελληνικά για να είναι κατανοητό, και τον Κρυστάλλη, τον οποίο για την καθαρότητα των νοημάτων του, τον θεωρεί ανώτερο από πολλούς συγχρόνους του, ακόμα και από τον Καρκαβίτσα. Ασκεί κριτική στον Ροϊδη και για τη γλώσσα που χρησιμοποιεί και για τον ελιτισμό με τον οποίο αντιμετωπίζει την ελληνική κοινωνία αλλά δεν παραλείπει να τον χαρακτηρίσει μεγάλο στυλίστα και άξιο κριτικό και στον Παλαμά λόγω του μεγαλοϊδεατισμού του (αντίθετα με τον Νίκο Ζαχαριάδη, που είχε γράψει σχετική μελέτη). Εκείνος, όμως, ο λογοτέχνης που τον συναρπάζει είναι ο Γεώργιος Βιζυηνός. Τον θεωρεί πατέρα του νεοελληνικού διηγήματος, θεμελιωτή της παιδικής μας λογοτεχνίας, ψυχογράφο και δημιουργό πραγματικών ανθρώπινων τύπων. Από τα έργα του ξεχωρίζει τον Μοσκώφ Σελήμ (1886), "το καλύτερο έργο του, από τα πρώτα της λογοτεχνίας μας". Εκτενής είναι η αναφορά του στον Γιάννη Ψυχάρη. Είναι ο "γλωσσικός και πνευματικός μας καθοδηγητής, που έμεινε μέσα στα σύνορα του μορφολογικού δημοτικισμού..., που συνειδητοποίησε το γλωσσικό μας πρόβλημα και προσπάθησε να το λύσει σαν λογοτέχνης και γλωσσολόγος". Τον θεωρεί ως ένα από τα μαχητικότερα και συνεπέστερα πνεύματα της εποχής του, που θα αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο όσο απελευθερώνεται η κοινωνική και πολιτική ζωή της Ελλάδας. Το μόνο αρνητικό στοιχείο που σημειώνει για αυτόν είναι ότι προσπάθησε να αποσπάσει το γλωσσικό πρόβλημα από τις κοινωνικές του αναφορές και από τις ταξικές του παραμέτρους. 

 



Στο εγχείρημα που ξεκίνησε ο Νίκος Μπελογιάννης εμφανής είναι η πολιτική (και η ταξική) διάσταση. Ακολουθώντας την κατευθυντήρια γραμμή του Μεσοπολέμου, ο Μπελογιάννης πιστεύει ότι ο μαρξισμός είναι ένα θεωρητικό και μεθοδολογικό εργαλείο που είναι δυνατόν να εφαρμοστεί επαρκώς σε κάθε τομέα του επιστητού και είναι ικανό να απαλλάξει τους ανθρώπους από την καταπίεση και τον σκοταδισμό. Συνακόλουθα ο κομμουνιστής είναι άνθρωπος, (ένας «τύπος ανθρώπου») καθολικός, που σημαίνει ότι καμία διάσταση των ανθρωπίνων πραγμάτων δεν (πρέπει να) τον αφήνει αδιάφορο. Υπ’ αυτήν την έννοια, συνεχώς ερευνώντας, μαθαίνοντας, διδάσκοντας, διαφωτίζοντας (ακόμα και μέσα στις φυλακές) και, ασφαλώς, αγωνιζόμενος, συμβάλλει στην επανάσταση και στον μετασχηματισμό της κοινωνίας. Ειδικότερα για τη λογοτεχνία, ακολουθώντας μια παράδοση που έχει αφετηρίες στον ρομαντισμό του δεκάτου ενάτου αιώνα, πιστεύει ότι, επειδή ακριβώς ως όργανο για να εκφράζει τα μηνύματά της έχει τη γλώσσα, συνιστά τη σημαντικότερη τέχνη δια της οποίας είναι δυνατόν να διαμορφωθεί και να σφυρηλατηθεί η εθνική συνείδηση ενός λαού. Παράλληλα, διαπιστώνει, η λογοτεχνία είναι και το μέσο εκείνο με το οποίο η αστική τάξη οικοδομεί και προβάλλει την ιδεολογία της. Και γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν, η εργασία του αναφορικά με τη νεοελληνική λογοτεχνία ήταν αναγκαία εκείνη ακριβώς τη χρονική στιγμή και είχε σημασία και πολιτική και ταξική.    

Στις φάσεις της αισιοδοξίας τους, και ο Νίκος Μπελογιάννης και η Έλλη Παππά, πίστευαν ότι τελικώς η θανατική ποινή θα μετατρεπόταν σε ισόβια κάθειρξη λόγω των πολλών αντιδράσεων που εκδηλώνονταν και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Κάτι τέτοιο θα του έδινε τον χρόνο να προχωρήσει το σχέδιό του. Τελικώς ο Νίκος Μπελογιάννης εκτελέστηκε στις 31 Μάρτη του 1952 από το μετεμφυλιακό και ξενόδουλο καθεστώς ενώ η Έλλη Παππά όχι λόγω μητρότητας.

Η Έλλη Παππά, η οποία προλογίζει τη μελέτη αυτή και η οποία την επιμελήθηκε με τεράστιο κόπο παραθέτει με τη μορφή υποσημείωσης την ιστορία της έκδοσης αυτής. Η πρώτη έκδοση είχε τον τίτλο Οι πρώτες μακρυνές ρίζες της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας το 1953 με βάση το τετράδιο της Κέρκυρας που από τη φυλακή το έβγαλε ο Στάθης Δρομάζος. Ως όνομα του συγγραφέα χρησιμοποιήθηκε το Μάνος Κουλουριώτης, που βασίστηκε στην καταγωγή ενός από τους συνηγόρους του Μπελογιάννη. Η δεύτερη έκδοσή έγινε με έξοδα της μητέρας του Νίκου Μπελογιάννη στη Ρουμανία με πρόλογο του Νίκου Ζαχαριάδη. Η τρίτη έκδοση έγινε το 1976 από τις εκδόσεις Πορεία.  

Το βιβλίο του Νίκου Μπελογιάννη, «Σχέδιο για μια ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας» από τις εκδόσεις «Άγρα» το προλογίζει η καθηγήτρια νεοελληνικής φιλολογίας, Χριστίνα Ντουνιά. Στο τέλος του παρατίθεται πλούσιο φωτογραφικό υλικό, μεταξύ του οποίου πολλές φωτογραφίες από χειρόγραφα του Νίκου Μπελογιάννη και από τη δίκη του.

 

 df

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Αναγνωστικοί απολογισμοί, 2025 (ΙΙ)



Δεκαοκτώ βιβλία ελληνικής λογοτεχνίας, ποίηση και πεζογραφία, που διάβασα φέτος, κάποια για δεύτερη φορά, ορισμένα περισσότερες, και τα προτείνω ανεπιφυλάκτως:


1. Βασίλης Αλεξάκης, Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα, Εξάντας
2. Νίκος Μπακόλας, Η ατελείωτη γραφή του αίματος, Κέδρος
3. Βασιλική Πέτσα, Δεν θ' αργήσω, Πόλις
4. Γιάννης Παλαβός, Το αστείο, Ίκαρος
5. Κώστας Καναβούρης, Τα παιδιά του Ζαμπρίσκι Πόιντ, Πόλις
6. Αντώνης Τσώκος, Συνεταιρισμός θυρωρών, Κίχλη
7. Μέλπω Αξιώτη, Εικοστός αιώνας, Κέδρος
8. Κυριάκος Χαρίτος, Γράμματα στην Παναγία, Πατάκης
9. Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η τιμή και το χρήμα, Παν/κες Εκδόσεις Κρήτης
10.Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ο πεθαμένος και η ανάσταση, Δόμος
11.Ούρσουλα Φωσκόλου, Το κήτος, Κίχλη
12. Γιώργος Παυλόπουλος, Ατμός, Κέδρος
13. Γιάννης Σκαρίμπας, Το βατερλό δυο γελοίων, Νεφέλη
14.Αισχύλος, Πέρσες, Ζήτρος
15.Αισχύλος, Προμηθέας δεσμώτης, Ζήτρος
16.Πλάτων, Επιστολή Ζ', Στιγμή
17.Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, Πατάκης
18.Ελένη Λαδιά, Ηρώδης Αττικός, ο αισθαντικός, Εστία
 
Δημήτρης Φωτεινόπουλος
31.12.2025

Αναγνωστικοί απολογισμοί, 2025 (Ι)

 



Αναγνωστικά, το 2025 ήταν έτος Κάφκα, έτος Ντοστογιέφκι και έτος Ροθ. Είκοσι βιβλία ξένης λογοτεχνίας που διάβασα φέτος (κάποια για δεύτερη ή και για τρίτη φορά), ξεχώρισα και προτείνω ανεπιφυλάκτως:
 
1. Φ. Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμάζωφ (και ο Μέγας Ιεροεξεταστής), Γκοβόστης
2. Φ. Ντοστογιέφσκι, Έγκλημα και τιμωρία, Γκοβόστης
3. Φ. Ντοστογιέφσκι, Ο κροκόδειλος, Γκοβόστης
4. Μεταμόρφωση, Οξύ
5. Φρ. Κάφκα, Γράμμα στον πατέρα, Αρχέτυπο
6. Φρ. Κάφκα, Ένας καλλιτέχνης της πείνας και δύο άλλες αποδιδαχές, Gutemberg
7. Gustav Januch, Συνομιλίες με τον Κάφκα, Ροές
8. Φ. Ροθ, Το βυζί, Γράμματα
9. Φ. Ροθ, Η νόσος του Πορτνόι, Γράμματα
10.Φ. Ροθ, Διαβάζοντας τον εαυτό μου και τους άλλους, Πόλις
11.Τόμας Μαν, Δόκτορ Φάουστους, Ζαχαρόπουλος
12. Γόχαν Β. Γκαίτε, Φάουστ, Κείμενα
13. Λ. Παδούρα, Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά, Καστανιώτης
14. J.M. Guenassia, Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων, Πόλις
15. L.F. Selin, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, Εστία
16. R. Penn Warren, Ένας τόπος να επιστρέφεις, Πόλις
17. H de Balzac, Χαμένες ψευδαισθήσεις, Εξάντας
18. J. Tanizaki, Το πόδι της Φουμίκο, Άγρα
19. V. Hugo, Οι Άθλιοι, Gutemberg
20.Marcel Proust
, Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, Θέματα, πρόσωπα και σκηνές, Επιλογή, σύνθεση, πρόλογος και μετάφραση, Κλαίρη Μιτσοτάκη Άγρα

Δημήτρης Φωτεινόπουλος,
31.12.2025

 

 

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα ρόδιν' ακρογιάλια, (άπαντα Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, κριτική έκδοση Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Δόμος)

 



Ένας νέος, βαριά χτυπημένος από τον έρωτα, ένα πρωινό του Οκτώβρη, αχάραγα ακόμα και αφού επί ώρα είχε σταθεί κάτω από το παράθυρο της κοπέλας που αγαπά προσπαθώντας ανεπιτυχώς να της αποσπάσει ένα βλέμμα, αποφασίζει να ανοιχτεί στη θάλασσα, χωρίς και ο ίδιος να ξέρει για πού. Με μια βάρκα δανεική, αφήνεται στο πέλαγος για να κάμει μια «θαλάσσια εκδρομή» όπως λέει, ίσως όμως και για να βάλει τέλος στη ζωή του μεσοπέλαγα. Η βάρκα αρχίζει να μπάζει νερά και όταν ο νέος βλέπει τη δύσκολη κατάσταση, αποφασίζει να βουτήξει και να αφεθεί στις διαθέσεις της θάλασσας. Στην επιφάνεια της θάλασσας αποκοιμιέται καθώς κολυμπά και όταν ξυπνά βρίσκεται στην ακτή, συνεφερμένος από τις φροντίδες κάποιου ερημίτη συγγενή του, του Σταμάτη του Αταίριαστου (!) που τον είδε και τον περιμάζεψε. Ένας ναυαγός της στεριάς σώζει έναν ναυαγό της θάλασσας.

 … Τὸ νερὸν ὑψώνεται ὁλονέν. Μέσον δὲν εἶχα νὰ τὸ ἐκκενώσω, καὶ μόνον μὲ τὶς χοῦφτες, ἂν ἠμποροῦσα. Εἰς τὴν προσπάθειάν μου ὅπως πλατύνω τὸ στόμιον τοῦ φλασκίου, τὸ ὁποῖον μοῦ εἶχε δώσει ὁ ἀφελὴς Κώστας ―τὸ νερὸν ποὺ εἶχε μέσα εἶχε βράσει ἤδη εἰς τὴν φλόγα τοῦ ἡλίου καὶ ἦτο ἄχρηστον πρὸς πόσιν― τὸ φλασκὶ ἐρραγίσθη κ᾿ ἐτρύπησε, κ᾿ ἔγινε σχεδὸν καὶ δι᾿ ἄντλησιν ἀνωφελές. Ἀπέχω ἴσον διάστημα ἀπὸ ἕκαστον τῶν τριῶν νησίων, τὰ ὁποῖα φράττουν τὸ στόμιον τοῦ λιμένος, καὶ ἀπὸ τὸν κάβον τὸν δυτικομεσημβρινόν. Ἂς γίνῃ ὅ,τι γίνῃ. Πιθανὸν νὰ βουλιάξῃ ἡ βάρκα, κ᾿ ἐγὼ μαζί. Ἐὰν δὲν ἠμπορέσω νὰ σωθῶ κολυμβῶν, θ᾿ αὐτοκτονήσω ἀκουσίως. Καὶ θὰ εἶναι εὐκταία ἀπαλλαγή, χωρὶς εὐθύνην καὶ χωρὶς κόλασιν. Ἂς ταχύνω τὴν κωπηλασίαν, διὰ νὰ μὴ μοῦ μείνῃ ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἀκουσίου τῆς αὐτοκτονίας. Ἂς καθίσω στὰ κάργα, ὅπως λέγουν οἱ ναυτικοί. Λυποῦμαι τὴν ζωὴν ἆρά γε;…

Στην παρέα τους έρχονται να προστεθούν και δύο άλλοι περίεργοι τύποι, ο Διαμαντής ο Αγάλλος και ο Στάθης, ο Πατσοστάθης. Ο πρώτος, άφησε το νησί και την αρραβωνιαστικιά του και τράβηξε στα ξένα όπου έγινε βαρκάρης στη Γαλλία. Μετά από χρόνια επέστρεψε αλλά η κοπέλα που τον περίμενε είχε στο μεταξύ πεθάνει. Ωστόσο, σε μια εξόρμησή του κυνήγι, ο Αγάλλος νομίζει πως τη βλέπει μπροστά του και την ακούει να του μιλά με παράπονο που τη λησμόνησε. Ο άλλος, βοσκός, χρόνια μνηστευμένος, αναβάλλει συνεχώς τον γάμο επειδή πιστεύει πως του έχουν κάνει μάγια. Όμως τελικά τον γάμο δεν τον αποφεύγει.

Τα ρόδιν' ακρογιάλια, 1908, σελ. 2 και 3, (Εταιρεια παπαδιαμαντικών σπουδών),
από την κριτική έκδοση του Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου


Τη νουβέλα (ή μήπως μυθιστόρημα; -ο Παπαδιαμάντης το λέει «κοινωνικό μυθιστόρημα»-) «Τα ρόδινα ακρογιάλια» ο Παπαδιαμάντης την έγραψε το 1908. Σε αυτήν συνοψίζεται όλος ο κόσμος του· ένας κόσμος πολύχρωμος: ναυτικοί, απόμαχοι και ενεργοί, ψαράδες και φελούκες, παπάδες και ξωκλήσια, νοικοκυραίοι και αρχοντόσπιτα, μπακάλικα και παραγιοί, κοσμοπολίτες και ξενιτειά, δήμαρχοι, προικιά, γραίες και νιες, ανύπαντρες που μένουν πιστές στις υποσχέσεις τους, ξενιτεμένοι που ξεχνάνε, αλλοπαρμένοι, αλαφροϊσκιωτοι, αναχωρητές, απογοητευμένοι και ναυάγια της ζωής... προλήψεις, κομματισμός, πολιτικές αντιδικίες, οπτασίες, μάγια... Ο Παπαδιαμάντης όλα τα πρόσωπα τα βλέπει με τη γνωστή του κατανοητική διάθεση, τη γνωστή του επιείκεια, την αγαθή του καλοσύνη.


αφίσα της ταινίας του Ευθύμη Χατζή, 1998

Τα πάθη της αγάπης, λοιπόν κι εδώ- οι καημοί του έρωτα και του ανεκπλήρωτου. Ο Παπαδιαμαντης, τρυφερός, λυρικός, στα καλύτερά του· ηθογραφία στα καλύτερά της. Η συγκεκριμένη νουβέλα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο έξοχα το 1998 (πρεμιέρα το 1999) από τον σκηνοθέτη Ευθύμη Χατζή σε σενάριο του ιδίου και του Δημήτρη Νόλα.

Σταθερά από τα αναγνώσματά μου κάθε καλοκαίρι, μαζί με τον Ρεμβασμό του δεκαπενταύγουστου.

 df

Albert Camus, Η πτώση (Καστανιώτης)

  Ο Ζαν Μπατίστ Κλαμάνς είναι ένας παριζιάνος δικηγόρος που έχει εγκαταλείψει τη χώρα του μετά από μια σειρά γεγονότων που ανέτρεψαν τη ζωή ...