Πριν από δύο καλοκαίρια διάβασα το βιβλίο του Χρήστου Βακαλόπουλου, Η γραμμή του ορίζοντος, (1991) που
επανεκδόθηκε από την Εστία. Η εντύπωση που μου έκανε ήταν καταρχήν θετική, όμως
είχα την αίσθηση πως πολλά στοιχεία του μου είχαν ξεφύγει. Ήμουν σίγουρος,
λοιπόν, ότι θα επανέλθω. Πράγματι, τη δεύτερη ανάγνωση την ολοκλήρωσα πριν από
ελάχιστες ημέρες και ομολογώ ήταν πολύ πιο διαφωτιστική. Είναι βιβλίο δύσκολο,
απαιτητικό, στρυφνό θα έλεγα παρά τη μικρή του έκταση. Ωστόσο παρασύρει τον
αναγνώστη και με την ίδια τη γλώσσα και με την τεχνική της «ροής συνείδησης», ή
του «εσωτερικού μονολόγου» που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί.
Μία νέα γυναίκα, η Ρέα Φραντζή, μελαχρινή, ελαφρά ντυμένη, προσφάτως χωρισμένη και μάλλον μπερδεμένη, αποφασίζει να εγκαταλείψει την Αθήνα και να κάνει μεταφερθεί στην άλλη άκρη της Ελλάδας, στην Πάτμο, το νησί της Αποκάλυψης, εκεί όπου ο «μοναχός Χριστόδουλος, έχτισε την ομώνυμη μονή. Επιβιβάζεται στο πλοίο της γραμμής και φτάνει στον προορισμό της. Εκεί ξεκινά ένα εσωτερικό ταξίδι αυτογνωσίας, αυτό-εξέτασης και επανανακάλυψης του εαυτού της, του παλαιότερου εαυτού της.
Θα έλεγε κάποιος ότι το θέμα είναι κοινότοπο. Δεν είναι η μοναδική φορά στη λογοτεχνία που ένα πρόσωπο, απογοητευμένο από τη ζωή και ματαιωμένο, αποσύρεται στην «άγονη γραμμή» για να «δει την πρότερη ζωή του». Η διαφορά είναι ότι ο Βακαλόπουλος με το βιβλίο του επιχειρεί μια σκληρή, αμείλικτη κριτική, κάποτε με έντονη ειρωνεία και σαρκασμό στην επιδίωξη της «υποχρεωτικής ευτυχίας», την επιδίωξη μιας ζωής λαμπερής, τυλιγμένης με τη χρυσόσκονη των διαφημιστικών σποτ, μιας ζωής ανέφελης σε ένα διαρκές παρόν. Μαζί με την κριτική, επικριτική, διάθεση, σύμφυτη είναι και η διάθεση νοσταλγιας· νοσταλγία για μια ζωή περασμένη αλλά πιο αληθινή πιο μεστή, πιο ουσιώδη· ένα παρελθόν, όχι πολύ μακρινό, που οι «Έλληνες μπορούσαν να ντρέπονται χωρίς ντροπή (ήταν οι πιο ντροπαλοί Ευρωπαίοι)», και ν’ απολαύουν απλές καθημερινές περιστάσεις. Ναι, οι Έλληνες ντρέπονταν, ιδίως στην περίοδο της επταετίας, επειδή είχαν κουβαλούν πολλές αιώνες ιστορίας, έχουν πολλές ήττες και, ενδόμυχα ήξεραν πως ό,τι έφτιαχναν θα καταστρεφόταν. Ντρέπονταν με την προοπτική και μόνο της ευτυχίας». Στην Πάτμο η Ρέα Φραντζή ανακαλεί το παρελθόν της και προσπαθεί να τακτοποιήσει προσωπικά ζητήματα που νόμιζε –εσφαλμένα- ότι είχαν διευθετηθεί. Μεταφέρεται στην εφηβική της ηλικία και στα πρώτα της «ώριμα» νεανικά της χρόνια: έρωτες, συγγενείς, γονείς, φιλίες και φίλες, σπουδές, εξωτερικό, δικτατορία, μεταπολίτευση, τοπόσημα, κινηματογράφοι. Η Ρέα Φραντζή ζει σε μια Ελλάδα όπου οι άνθρωποι έκαναν πολύ εύκολα, ενστικτωδώς, τον σταυρό τους. Λίγο πιο μετά, τέτοιες κινήσεις θεωρούνταν συντηρητικές, επικρίνονταν και αποτρέπονταν. Στη Γραμμή του ορίζοντος εμείς οι αναγνώστες, παρακολουθούμε τη φθορά των αξιών και την παρακμή: αν μια κοινότητα, ένας λαός, αρχίζει να είναι επιφυλακτικός απέναντι στην ταυτότητά του, αρχίζει να παρακμάζει ηθικά και πολιτισμικά. Και η Ελλάδα της Γραμμής του ορίζοντα έχει πάρει τον στραβό δρόμο, έχει αλλοτριωθεί πολιτισμικά. Και οι Έλληνες το ίδιο: αποποιήθηκαν (ή μήπως ξεπούλησαν) τα ζωτικά στοιχεία της παράδοσής τους και επιδόθηκαν στην επίπλαστη ευημερία και στους ψεύτικους παραδείσους της κατανάλωσης, της διαφήμισης και της (δήθεν) ανάπτυξης. Αντιθέτως, η συνειδητοποίηση της ταυτότητας, δημιουργεί αντιστάσεις και αντοχές. Τα πάντα, λοιπόν, ξεκινούν από την αυτογνωσία, την ατομική και τη συλλογική.
| Χρήστος Βακαλόπουλος, 1956-1993 |
Το βιβλίο είναι γεμάτο από τηλεοπτικές εικόνες, πλήθη τουριστών που επισκέπτονται μαζικά το νησί και θέλουν να μαυρίσουν, φίλες που καλοπαντρεύτηκαν, που χώρισαν, που έκαναν εναλλακτικό τουρισμό και αλητείες, φοιτητές του εξωτερικού, διαδηλωτές των ιουλιανών, της δικτατορίας και της μεταπολίτευσης, κομματικοί οπαδοί και ριζοσπάστες, θερινοί κινηματογράφοι, ταυτόσημοι με την περίοδο της νιότης και της αθωότητας· μαζί τους πρόσωπα της ελληνικής ιστορίας και της δυτικής Ευρώπης.
| Πάτμος, '60 |
Η Γραμμή του ορίζοντος, είχε πει ο Βακαλόπουλος σε συνέντευξή του, είναι ένα βιβλίο της δικής του γενιάς, σαν να το έγραψε η γενιά του ολόκληρη. Ό,τι κι έκαναν οι άνθρωποι αυτής της γενιάς, με ό,τι κι αν ασχολήθηκαν, με όποιο αποτέλεσμα, θετικό ή αρνητικό, όλοι, άλλος λίγο άλλος πολύ, θα αναγνωρίσει τον εαυτό του. Όταν η Ρέα Φραντζή, η μελαχρινή, ελαφρά ντυμένη, προσφάτως χωρισμένη γυναίκα, στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, μπαίνει στη θάλασσα –κάτι που συστηματικά ανέβαλλε- και κολυμπά προς τη γραμμή του ορίζοντος, νιώθει, επιτέλους, λυτρωμένη.
df