Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Thomas Mann, Θάνατος στη Βενετία (Πατάκης , Γράμματα)

 



Τον Μάιο του 1911 το ζεύγος Μαν, ο Τόμας και η Κάτια Πριντσχάιμ, αφού είχαν περάσει τρεις εβδομάδες σε ένα νησί της Αδριατικής, αποφάσισαν να ταξιδέψουν στη Βενετία όπου θα συναντούσαν τον αδελφό του Τόμας, Χάινριχ, ήδη γνωστό και καταξιωμένο συγγραφέα. Έφτασαν στις 24 του μήνα και κατέλυσαν Hôtel des Bains που βρίσκεται στο νησί Λίντο. Εκεί, σε αυτό το ξενοδοχείο ο Τόμας Μαν τοποθετεί την συνάντηση του ήρωα της νουβέλας «Θάνατος στη Βενετία» που ολοκλήρωσε το 1912 και κυκλοφόρησε στο Μόναχο στα τέλη της ίδιας χρονιάς.


Ο Γκούσταβ (φον) Άσενμπαχ, καταξιωμένος συγγραφέας στη μέση ηλικία, αποφασίζει να κάνει ένα ταξίδι στη Βενετία ως ένα διάλειμμα από την αυστηρά οργανωμένη ζωή του. Στο ξενοδοχείο όπου καταλύει, συναντά έναν Πολωνό έφηβο εκθαμβωτικής ομορφιάς που βρίσκεται εκεί για παραθερισμό με τη μητέρα του, τις αδελφές του και μια παιδαγωγό. Αρχικά προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι το στοιχείο που τον έλκει σε αυτό το εκπληκτικά όμορφο αγόρι είναι αποκλειστικά αισθητικής φύσης, ότι έλκεται μόνο από το απαράμιλλο κάλλος τους, όμως στην πορεία συνειδητοποιεί ότι έλκεται από ερωτικό πάθος. Αυτό το πάθος παροξύνεται μέρα με τη μέρα και τον κυριεύει ολοκληρωτικά. Ο Γκούσταβ Άσεμνπαχ ερωτεύεται παράφορα τον έφηβο Τάζιο, επιδιώκει συνεχώς να βρίσκεται όπου εκείνος, τον παρατηρεί στην αίθουσα του εστιατορίου, στους κήπους του ξενοδοχείου, στην πλαζ, στους στενούς δρόμους της πόλης όπου κάνει τους περιπάτους του με τα άλλα μέλη της συντροφιάς του. Τον ακολουθεί όπου πηγαίνει· στην αρχή διακριτικά και από απόσταση, έπειτα πιο από πιο κοντά και χωρίς πολλές επιφυλάξεις. Ο διαπρεπής συγγραφέας, ο ευυπόληπτος Γκούσταβ Άνσελμπαχ, ένα ένα τα αστικά προσχήματα και παραδίδεται σε ένα πάθος βασανιστικό που όμως ποτέ δεν εκδηλώνεται ανοιχτά.

Αφίσα της ταινίας του Λουκίνο Βισκόντι, 1971


Tην ίδια στιγμή στη Βενετία ενσκύπτει επιδημική χολέρα. Στην αρχή οι αρχές και οι τοπικοί φορείς προσπαθούν να αποκρύψουν το γεγονός ή να το υποβαθμίσουν. Όμως οι απώλειες δεν κρύβονται: η επιδημία αποδεκατίζει τον πληθυσμό, προκαλώντας ταυτόχρονα και κάθε είδους παρανομίες και παραβατικές συμπεριφορές. Οι περισσότεροι επισκέπτες εγκαταλείπουν την πόλη. Ο Γκούσταβ Άσενμπαχ επιλέγει να παραμείνει στην έρημη πόλη με τα δυσώδη κανάλια, τη βαριά ατμόσφαιρα, μέσα στο θάνατο, αρκεί να είναι κοντά, όσο μπορεί, στο πρόσωπο της ερωτικής του λατρείας. 


Ο Γκούσταβ Άσενμπαχ, κατά πολλούς μελετητές, κάνει ένα ταξίδι για να ξεκουραστεί, για να ανανεωθεί, για να κάνει ένα διάλειμμα από την πειθαρχημένη και απολύτως οργανωμένη καθημερινότητά του. Ωστόσο το ταξίδι αυτό θα τον οδηγήσει στην απόλυτη ανατροπή και καταλήγει σε ένα οδοιπορικό αυτογνωσίας. Στον Άσενμπαχ εντοπίζεται το ζεύγος «αστός» και «καλλιτέχνης», ο «αστικός» και ο «καλλιτεχνικός» του εαυτός. Είναι απολύτως αφοσιωμένος στο ερευνητικό και συγγραφικό του έργο (μάλιστα έχει τιμηθεί γι’ αυτό). Για να υπηρετήσει αυτό το ιδεώδες, την επιστήμη και τη συγγραφή, ο Άσενμπαχ ακολούθησε τη ζωή του αναχωρητή, του ασκητή, του αρνητή των παθών και των αισθημάτων. Πιστεύει ακράδαντα ότι η τέχνη έχει τη δυνατότητα, αν υπηρετηθεί πιστά, να οδηγήσει στην έκσταση, στα ύψιστα σημεία πνευματικής διέγερσης. Στη Βενετία όμως, αυτός ο κυριαρχημένος αστός, ο ταγμένος στην υπόθεση της υψηλής τέχνης έρχεται αντιμέτωπος με τον έρωτα. Χάνει τον αυτοέλεγχό του, τη νηφαλιότητα και την εγκράτεια που τόσο καιρό καλλιεργούσε και σκαλί σκαλί οδηγείται στην άβυσσο που τον καταπίνει. Το απολλώνιο στοιχεία, το μέτρο, ο ορθολογισμός, η διαυγής σκέψη υποχωρούν και παραχωρούν τη θέση του στο διονυσιασμό. Από το σημείο που συνειδητοποιεί ο Άσεναμπαχ την ερωτική έλξη για τον Τάζιο, το διονυσιακό στοιχείο τον κυριεύει ολοένα και περισσότερο, τον κατακλύζει: παραδίνεται ολόψυχα στον «νέο θεό», στον «ξένο θεό», τον Διόνυσο, έχοντας χάσει κάθε ρίξει κάθε άμυνα και αναστολή.
Η μετάβαση, το πέρασμα από την απολλώνια στη διονυσιακή διάσταση δεν συντελείται μόνο συναισθηματικά και ψυχικά αλλά και σε επίπεδο εξωτερικής εμφάνισης. Ο Άσενμπαχ προσπαθεί να καλύψει τα σημάδια του γήρατος, να ανανεώσει την εικόνα του, να μη δείχνει τόσο γέρος. Έτσι προστρέχει στις φροντίδες του κουρέα του ξενοδοχείου και δέχεται τα ψιμύθια τα ψιμύθιά του για να ξεγελάσει το γήρας. Και γιατί όχι; Ο Άσενμπαχ είχε παραμελήσει το σώμα του, είχε καταστείλει για χρόνια τα πάθη και τις ορμές του. Τώρα, έστω και αργά, αυτό διεκδικεί κάποια δικαιώματα. Το επαναστατημένο σώμα καταλύει την αυτοκυριαρχία και επιδιώκει την έκλυση και το πάθος που είχε στερηθεί. Στο τέλος ο Άσενμπαχ γίνεται η καρικατούρα του εαυτού του, μια εικόνα γκροτέσκο, θα λέγαμε.


Στη Βενετία ο θάνατος είναι παντού. Ακόμα και πριν τη γνωστοποίηση της είδησης για την επιδημία, οι κατάμαυρες γόνδολες που μοιάζουν με νεκροκρέβατα, οι γονδολιέρηδες ως βαρκάρηδες του Αχέροντα, λόγια που αλλάζουν οι άνθρωποι και που αποκτούν το νόημά τους αργότερα αναφορικά με τους νεκρούς… και, βεβαίως, η ίδια η επιδημία που σκοτώνει ανθρώπους κατά εκατοντάδες. Η Βενετία με τον βαρύ, αποπνικτικό αέρα, τα βρομερά κανάλια, με την αφόρητη δυσοσμία  γίνεται το σκηνικό της παρακμής και του θανάτου.

σκηνή από την ταινία, 1971


Τη νουβέλα «Θάνατος στη Βενετία» τη διάβασα για τρίτη φορά και ακόμα την ανακαλύπτω. Σπουδαίο βιβλίο, σπουδαία αφήγηση. Πάνω σε αυτήν είναι βασισμένη και η ομώνυμη ταινία του Λουκίνο Βισκόντι, το 1971, με τον Ντερκ Μπόγκαρτ στον κύριο ρόλο και την υπέροχη μουσική του Γκούσταβ Μάλερ, ο οποίος πέθανε το 1911 και ο Τόμας Μαν έμαθε την είδησή του θανάτου του καθ’ οδόν προς τη Βενετία. Αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και του παγκόσμιου κινηματογράφου.

 df

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Thomas Mann, Θάνατος στη Βενετία (Πατάκης , Γράμματα)

  Τον Μάιο του 1911 το ζεύγος Μαν, ο Τόμας και η Κάτια Πριντσχάιμ, αφού είχαν περάσει τρεις εβδομάδες σε ένα νησί της Αδριατικής, αποφάσισαν...