Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Παρακλαυσίθυρον

 

Πού, άραγε, να βρίσκεται,
χαμένο μες στο χάος της βιβλιοθήκης μου,
εκείνο το κομψό βιβλιαράκι
με τα ποιήματα του Γάιου Βαλέριου Κάτουλλου,
αυτά που αφιέρωνε στην ερωμένη του Λεσβία ;
 
 
Τώρα που κι ο δικός μας έρωτας τελείωσε,
θέλω στους στίχους του να καταφύγω,
αυτούς που έγραφε θρηνώντας στα σκαλιά της,
αποδιωγμένος εραστής,
όπως κι εγώ,
απ' την κοινή τους κλίνη.


Δημήτρης Φωτεινόπουλος
17.1.2026

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Νίκος Μπελογιάννης, Σχέδιο για μια ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας (Άγρα)

 



Τι αποθέματα ψυχικών αντοχών και γενναιότητας μπορεί να διαθέτει ένας άνθρωπος που καταδικασμένος σε θάνατο, αποφασίζει να γράψει μια μελέτη με θέμα την ιστορία της ελληνικής σκέψης από την αρχαιότητα έως τις μέρες του; Πόση αισιοδοξία για τη δημιουργία μιας κοινωνίας στην οποία μάλλον δεν θα προλάβαινε να ζήσει, πόση αγάπη για τον τόπο του και τι πίστη στον Άνθρωπο μπορεί να έχει κάποιος που σε συνθήκες σκληρής απομόνωσης και συνεχούς επιτήρησης ξεκινά ένα τέτοιο φιλόδοξο εγχείρημα;

 Ο Νίκος Μπελογιάννης, περίπου ενάμιση χρόνο πριν από την εκτέλεσή του, ξεκινά αυτό το τεράστιο έργο καταστρώνοντας κατ΄ αρχάς με τη μορφή σημειώσεων ένα Σχέδιο για μια Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Χρησιμοποιεί ως πηγές και βοηθήματα τα ελάχιστα βιβλία που του προμηθεύει ένας δεσμοφύλακας, αποκόμματα από μελέτες, άρθρα και επιστημονικά κείμενα. Μελετά συνεχώς, σταχυολογεί και αποδελτιώνει απόψεις μελετητών καθώς και χωρία από τα ίδια τα λογοτεχνικά κείμενα. Και γράφει ασταμάτητα, σε μικρά χαρτιά που τα διπλώνει και τα ξαναδιπλώνει για να χωρούν σε φακελάκια επισκεπτηρίου αλλά και σε σελίδες σημειώσεων όταν μετάγεται στις φυλακές της Κέρκυρας. Ξέρει ότι η απομόνωση συνιστά σκληρό βασανιστήριο, επομένως για να διατηρήσει την ηθική του υπόσταση, την αξιοπρέπεια και την ψυχική του ισορροπία πρέπει να δώσει στη ζωή του ένα πρόγραμμα και έναν σκοπό. Έτσι, αποφασίζει να διοχετεύσει την πνευματική του δύναμη σε αυτό το μεγαλεπίβολο σχέδιο. Την ιδέα αυτή, όπως αναφέρει η σύντροφος της ζωής του, η Έλλη Παππά, τη συνέλαβε όπως «αλληλογραφούσαν» οι δυο τους στις πολύ δύσκολες συνθήκες τη κοινής τους φυλάκισης στην Αθήνα. Μέσα από αυτήν τη δύσκολη επικοινωνία, κάποια στιγμή προέκυψε η διαπίστωση ότι μια τέτοια μελέτη για την πορεία και την εξέλιξη της ελληνικής σκέψης γενικά, και της νεοελληνικής λογοτεχνίας ειδικότερα, έλλειπε. Ο Μπελογιάννης πρότεινε στην Έλλη Παππά να καλύψουν αυτοί το κενό. Έτσι το έργο το ξεκίνησαν μαζί. Όταν την Έλλη την απομάκρυναν από την Ασφάλεια, τον Ιούλιο του ’51, το συνέχισε μόνος.     

 



Σε αυτό το σχέδιο διερευνά την πορεία της νεοελληνικής λογοτεχνίας από το ύστερο Βυζάντιο ως και τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Θεωρώντας ως βάση, προϋπόθεση της εθνικής αυτοσυνειδησίας τη γλώσσα και τα λογοτεχνικά δημιουργήματά της, μελετά, όσο του επιτρέπουν οι συνθήκες, τη δημώδη, κυρίως, λογοτεχνία, τα ακριτικά τραγούδια, τα Φτωχοπροδρομικά, βυζαντινά έμμετρα μυθιστορήματα, τα έργα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, του Αλέξανδρου Σούτσου, του Κοραή, του Ρήγα, του Ψυχάρη, την «Ελληνική Νομαρχία», τον Σολωμό, δημοτικά τραγούδια, τον Θεοτόκη, τον Παπαρρηγόπουλο, τον Παπαδιαμάντη, τον Βιζυηνό, τον Καλλιγά, τον Ροϊδη, τον Παλαμά και πολλούς άλλους.

Για τη λογοτεχνική παραγωγή της βυζαντινής περιόδου έχει αρνητική άποψη. Παρατηρεί ότι κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο του ανώτερου κλήρου αλλά και των μοναχών, η λογοτεχνία της περιόδου αυτής είναι άνευρη, ασήμαντη, αντιδραστική. Την ίδια αρνητική εκτίμηση διατυπώνει και για το έπος του «Διγενή Ακρίτα»: χωρίς πνοή, χωρίς ηρωικό πνεύμα, γεμάτο από ηθικολογίες καλογερίστικου τύπου και από κακοτεχνίες.

Έχει σε μεγάλη εκτίμηση την «Ελληνική Νομαρχία» για την οποία πιστεύει ότι είναι έργο ύψιστης σημασίας όχι μόνο για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής σκέψης αλλά και για τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και διατυπώνει, αναφορικά με τους συγγραφείς του, την υπόθεση ότι είναι γραμμένο από συντρόφους και συνοδοιπόρους του Ρήγα, τον Σολωμό, για τον οποίο πιστεύει ότι όχι μόνο ως εθνικός αλλά και ως λαϊκός ποιητής, βρίσκεται στην κορυφή της νεότερης λογοτεχνικής παραγωγής, τον Φαναριώτη Αλέξανδρο Σούτσο, τον οποίο εξαίρει για το θάρρος των σατιρικών του στίχων κατά της ξενοκρατίας, της φαυλοκρατίας και, κυρίως, της οθωνικής απολυταρχίας, τον Αδαμάντιο Κοραή για την προσπάθειά του να λειτουργήσει ως πνευματικός καθοδηγητής, τον Αθανάσιο Ψαλλίδα και τον Γεώργιο Τερτσέτη στον χώρο της πεζογραφίας.

Από τους νεότερους συγγραφείς, θεωρεί έντιμες τις προθέσεις του Παπαδιαμάντη, ο οποίος, όπως σημειώνει, προσπάθησε να εκφράσει τη ζωή των απλών ανθρώπων παρά τις πολύ συντηρητικές ιδέες του, τον Δημήτριο Βικέλα, για τον οποίο σημειώνει ότι έγραψε ορισμένα διηγήματα με εθνικό περιεχόμενο, "πολύ συγκινητικά" όπως ο Λουκής Λάρας (1879), τον Παύλο Καλλιγά, με την παρατήρηση ότι πρέπει να αποδοθεί το σημαντικότερο μυθιστόρημά του, ο Θάνος Βλέκας, σε απλούστερα ελληνικά για να είναι κατανοητό, και τον Κρυστάλλη, τον οποίο για την καθαρότητα των νοημάτων του, τον θεωρεί ανώτερο από πολλούς συγχρόνους του, ακόμα και από τον Καρκαβίτσα. Ασκεί κριτική στον Ροϊδη και για τη γλώσσα που χρησιμοποιεί και για τον ελιτισμό με τον οποίο αντιμετωπίζει την ελληνική κοινωνία αλλά δεν παραλείπει να τον χαρακτηρίσει μεγάλο στυλίστα και άξιο κριτικό και στον Παλαμά λόγω του μεγαλοϊδεατισμού του (αντίθετα με τον Νίκο Ζαχαριάδη, που είχε γράψει σχετική μελέτη). Εκείνος, όμως, ο λογοτέχνης που τον συναρπάζει είναι ο Γεώργιος Βιζυηνός. Τον θεωρεί πατέρα του νεοελληνικού διηγήματος, θεμελιωτή της παιδικής μας λογοτεχνίας, ψυχογράφο και δημιουργό πραγματικών ανθρώπινων τύπων. Από τα έργα του ξεχωρίζει τον Μοσκώφ Σελήμ (1886), "το καλύτερο έργο του, από τα πρώτα της λογοτεχνίας μας". Εκτενής είναι η αναφορά του στον Γιάννη Ψυχάρη. Είναι ο "γλωσσικός και πνευματικός μας καθοδηγητής, που έμεινε μέσα στα σύνορα του μορφολογικού δημοτικισμού..., που συνειδητοποίησε το γλωσσικό μας πρόβλημα και προσπάθησε να το λύσει σαν λογοτέχνης και γλωσσολόγος". Τον θεωρεί ως ένα από τα μαχητικότερα και συνεπέστερα πνεύματα της εποχής του, που θα αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο όσο απελευθερώνεται η κοινωνική και πολιτική ζωή της Ελλάδας. Το μόνο αρνητικό στοιχείο που σημειώνει για αυτόν είναι ότι προσπάθησε να αποσπάσει το γλωσσικό πρόβλημα από τις κοινωνικές του αναφορές και από τις ταξικές του παραμέτρους. 

 



Στο εγχείρημα που ξεκίνησε ο Νίκος Μπελογιάννης εμφανής είναι η πολιτική (και η ταξική) διάσταση. Ακολουθώντας την κατευθυντήρια γραμμή του Μεσοπολέμου, ο Μπελογιάννης πιστεύει ότι ο μαρξισμός είναι ένα θεωρητικό και μεθοδολογικό εργαλείο που είναι δυνατόν να εφαρμοστεί επαρκώς σε κάθε τομέα του επιστητού και είναι ικανό να απαλλάξει τους ανθρώπους από την καταπίεση και τον σκοταδισμό. Συνακόλουθα ο κομμουνιστής είναι άνθρωπος, (ένας «τύπος ανθρώπου») καθολικός, που σημαίνει ότι καμία διάσταση των ανθρωπίνων πραγμάτων δεν (πρέπει να) τον αφήνει αδιάφορο. Υπ’ αυτήν την έννοια, συνεχώς ερευνώντας, μαθαίνοντας, διδάσκοντας, διαφωτίζοντας (ακόμα και μέσα στις φυλακές) και, ασφαλώς, αγωνιζόμενος, συμβάλλει στην επανάσταση και στον μετασχηματισμό της κοινωνίας. Ειδικότερα για τη λογοτεχνία, ακολουθώντας μια παράδοση που έχει αφετηρίες στον ρομαντισμό του δεκάτου ενάτου αιώνα, πιστεύει ότι, επειδή ακριβώς ως όργανο για να εκφράζει τα μηνύματά της έχει τη γλώσσα, συνιστά τη σημαντικότερη τέχνη δια της οποίας είναι δυνατόν να διαμορφωθεί και να σφυρηλατηθεί η εθνική συνείδηση ενός λαού. Παράλληλα, διαπιστώνει, η λογοτεχνία είναι και το μέσο εκείνο με το οποίο η αστική τάξη οικοδομεί και προβάλλει την ιδεολογία της. Και γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν, η εργασία του αναφορικά με τη νεοελληνική λογοτεχνία ήταν αναγκαία εκείνη ακριβώς τη χρονική στιγμή και είχε σημασία και πολιτική και ταξική.    

Στις φάσεις της αισιοδοξίας τους, και ο Νίκος Μπελογιάννης και η Έλλη Παππά, πίστευαν ότι τελικώς η θανατική ποινή θα μετατρεπόταν σε ισόβια κάθειρξη λόγω των πολλών αντιδράσεων που εκδηλώνονταν και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Κάτι τέτοιο θα του έδινε τον χρόνο να προχωρήσει το σχέδιό του. Τελικώς ο Νίκος Μπελογιάννης εκτελέστηκε στις 31 Μάρτη του 1952 από το μετεμφυλιακό και ξενόδουλο καθεστώς ενώ η Έλλη Παππά όχι λόγω μητρότητας.

Η Έλλη Παππά, η οποία προλογίζει τη μελέτη αυτή και η οποία την επιμελήθηκε με τεράστιο κόπο παραθέτει με τη μορφή υποσημείωσης την ιστορία της έκδοσης αυτής. Η πρώτη έκδοση είχε τον τίτλο Οι πρώτες μακρυνές ρίζες της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας το 1953 με βάση το τετράδιο της Κέρκυρας που από τη φυλακή το έβγαλε ο Στάθης Δρομάζος. Ως όνομα του συγγραφέα χρησιμοποιήθηκε το Μάνος Κουλουριώτης, που βασίστηκε στην καταγωγή ενός από τους συνηγόρους του Μπελογιάννη. Η δεύτερη έκδοσή έγινε με έξοδα της μητέρας του Νίκου Μπελογιάννη στη Ρουμανία με πρόλογο του Νίκου Ζαχαριάδη. Η τρίτη έκδοση έγινε το 1976 από τις εκδόσεις Πορεία.  

Το βιβλίο του Νίκου Μπελογιάννη, «Σχέδιο για μια ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας» από τις εκδόσεις «Άγρα» το προλογίζει η καθηγήτρια νεοελληνικής φιλολογίας, Χριστίνα Ντουνιά. Στο τέλος του παρατίθεται πλούσιο φωτογραφικό υλικό, μεταξύ του οποίου πολλές φωτογραφίες από χειρόγραφα του Νίκου Μπελογιάννη και από τη δίκη του.

 

 df

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Αναγνωστικοί απολογισμοί, 2025 (ΙΙ)



Δεκαοκτώ βιβλία ελληνικής λογοτεχνίας, ποίηση και πεζογραφία, που διάβασα φέτος, κάποια για δεύτερη φορά, ορισμένα περισσότερες, και τα προτείνω ανεπιφυλάκτως:


1. Βασίλης Αλεξάκης, Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα, Εξάντας
2. Νίκος Μπακόλας, Η ατελείωτη γραφή του αίματος, Κέδρος
3. Βασιλική Πέτσα, Δεν θ' αργήσω, Πόλις
4. Γιάννης Παλαβός, Το αστείο, Ίκαρος
5. Κώστας Καναβούρης, Τα παιδιά του Ζαμπρίσκι Πόιντ, Πόλις
6. Αντώνης Τσώκος, Συνεταιρισμός θυρωρών, Κίχλη
7. Μέλπω Αξιώτη, Εικοστός αιώνας, Κέδρος
8. Κυριάκος Χαρίτος, Γράμματα στην Παναγία, Πατάκης
9. Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η τιμή και το χρήμα, Παν/κες Εκδόσεις Κρήτης
10.Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ο πεθαμένος και η ανάσταση, Δόμος
11.Ούρσουλα Φωσκόλου, Το κήτος, Κίχλη
12. Γιώργος Παυλόπουλος, Ατμός, Κέδρος
13. Γιάννης Σκαρίμπας, Το βατερλό δυο γελοίων, Νεφέλη
14.Αισχύλος, Πέρσες, Ζήτρος
15.Αισχύλος, Προμηθέας δεσμώτης, Ζήτρος
16.Πλάτων, Επιστολή Ζ', Στιγμή
17.Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, Πατάκης
18.Ελένη Λαδιά, Ηρώδης Αττικός, ο αισθαντικός, Εστία
 
Δημήτρης Φωτεινόπουλος
31.12.2025

Αναγνωστικοί απολογισμοί, 2025 (Ι)

 



Αναγνωστικά, το 2025 ήταν έτος Κάφκα, έτος Ντοστογιέφκι και έτος Ροθ. Είκοσι βιβλία ξένης λογοτεχνίας που διάβασα φέτος (κάποια για δεύτερη ή και για τρίτη φορά), ξεχώρισα και προτείνω ανεπιφυλάκτως:
 
1. Φ. Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμάζωφ (και ο Μέγας Ιεροεξεταστής), Γκοβόστης
2. Φ. Ντοστογιέφσκι, Έγκλημα και τιμωρία, Γκοβόστης
3. Φ. Ντοστογιέφσκι, Ο κροκόδειλος, Γκοβόστης
4. Μεταμόρφωση, Οξύ
5. Φρ. Κάφκα, Γράμμα στον πατέρα, Αρχέτυπο
6. Φρ. Κάφκα, Ένας καλλιτέχνης της πείνας και δύο άλλες αποδιδαχές, Gutemberg
7. Gustav Januch, Συνομιλίες με τον Κάφκα, Ροές
8. Φ. Ροθ, Το βυζί, Γράμματα
9. Φ. Ροθ, Η νόσος του Πορτνόι, Γράμματα
10.Φ. Ροθ, Διαβάζοντας τον εαυτό μου και τους άλλους, Πόλις
11.Τόμας Μαν, Δόκτορ Φάουστους, Ζαχαρόπουλος
12. Γόχαν Β. Γκαίτε, Φάουστ, Κείμενα
13. Λ. Παδούρα, Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά, Καστανιώτης
14. J.M. Guenassia, Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων, Πόλις
15. L.F. Selin, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, Εστία
16. R. Penn Warren, Ένας τόπος να επιστρέφεις, Πόλις
17. H de Balzac, Χαμένες ψευδαισθήσεις, Εξάντας
18. J. Tanizaki, Το πόδι της Φουμίκο, Άγρα
19. V. Hugo, Οι Άθλιοι, Gutemberg
20.Marcel Proust
, Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, Θέματα, πρόσωπα και σκηνές, Επιλογή, σύνθεση, πρόλογος και μετάφραση, Κλαίρη Μιτσοτάκη Άγρα

Δημήτρης Φωτεινόπουλος,
31.12.2025

 

 

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα ρόδιν' ακρογιάλια, (άπαντα Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, κριτική έκδοση Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Δόμος)

 



Ένας νέος, βαριά χτυπημένος από τον έρωτα, ένα πρωινό του Οκτώβρη, αχάραγα ακόμα και αφού επί ώρα είχε σταθεί κάτω από το παράθυρο της κοπέλας που αγαπά προσπαθώντας ανεπιτυχώς να της αποσπάσει ένα βλέμμα, αποφασίζει να ανοιχτεί στη θάλασσα, χωρίς και ο ίδιος να ξέρει για πού. Με μια βάρκα δανεική, αφήνεται στο πέλαγος για να κάμει μια «θαλάσσια εκδρομή» όπως λέει, ίσως όμως και για να βάλει τέλος στη ζωή του μεσοπέλαγα. Η βάρκα αρχίζει να μπάζει νερά και όταν ο νέος βλέπει τη δύσκολη κατάσταση, αποφασίζει να βουτήξει και να αφεθεί στις διαθέσεις της θάλασσας. Στην επιφάνεια της θάλασσας αποκοιμιέται καθώς κολυμπά και όταν ξυπνά βρίσκεται στην ακτή, συνεφερμένος από τις φροντίδες κάποιου ερημίτη συγγενή του, του Σταμάτη του Αταίριαστου (!) που τον είδε και τον περιμάζεψε. Ένας ναυαγός της στεριάς σώζει έναν ναυαγό της θάλασσας.

 … Τὸ νερὸν ὑψώνεται ὁλονέν. Μέσον δὲν εἶχα νὰ τὸ ἐκκενώσω, καὶ μόνον μὲ τὶς χοῦφτες, ἂν ἠμποροῦσα. Εἰς τὴν προσπάθειάν μου ὅπως πλατύνω τὸ στόμιον τοῦ φλασκίου, τὸ ὁποῖον μοῦ εἶχε δώσει ὁ ἀφελὴς Κώστας ―τὸ νερὸν ποὺ εἶχε μέσα εἶχε βράσει ἤδη εἰς τὴν φλόγα τοῦ ἡλίου καὶ ἦτο ἄχρηστον πρὸς πόσιν― τὸ φλασκὶ ἐρραγίσθη κ᾿ ἐτρύπησε, κ᾿ ἔγινε σχεδὸν καὶ δι᾿ ἄντλησιν ἀνωφελές. Ἀπέχω ἴσον διάστημα ἀπὸ ἕκαστον τῶν τριῶν νησίων, τὰ ὁποῖα φράττουν τὸ στόμιον τοῦ λιμένος, καὶ ἀπὸ τὸν κάβον τὸν δυτικομεσημβρινόν. Ἂς γίνῃ ὅ,τι γίνῃ. Πιθανὸν νὰ βουλιάξῃ ἡ βάρκα, κ᾿ ἐγὼ μαζί. Ἐὰν δὲν ἠμπορέσω νὰ σωθῶ κολυμβῶν, θ᾿ αὐτοκτονήσω ἀκουσίως. Καὶ θὰ εἶναι εὐκταία ἀπαλλαγή, χωρὶς εὐθύνην καὶ χωρὶς κόλασιν. Ἂς ταχύνω τὴν κωπηλασίαν, διὰ νὰ μὴ μοῦ μείνῃ ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἀκουσίου τῆς αὐτοκτονίας. Ἂς καθίσω στὰ κάργα, ὅπως λέγουν οἱ ναυτικοί. Λυποῦμαι τὴν ζωὴν ἆρά γε;…

Στην παρέα τους έρχονται να προστεθούν και δύο άλλοι περίεργοι τύποι, ο Διαμαντής ο Αγάλλος και ο Στάθης, ο Πατσοστάθης. Ο πρώτος, άφησε το νησί και την αρραβωνιαστικιά του και τράβηξε στα ξένα όπου έγινε βαρκάρης στη Γαλλία. Μετά από χρόνια επέστρεψε αλλά η κοπέλα που τον περίμενε είχε στο μεταξύ πεθάνει. Ωστόσο, σε μια εξόρμησή του κυνήγι, ο Αγάλλος νομίζει πως τη βλέπει μπροστά του και την ακούει να του μιλά με παράπονο που τη λησμόνησε. Ο άλλος, βοσκός, χρόνια μνηστευμένος, αναβάλλει συνεχώς τον γάμο επειδή πιστεύει πως του έχουν κάνει μάγια. Όμως τελικά τον γάμο δεν τον αποφεύγει.

Τα ρόδιν' ακρογιάλια, 1908, σελ. 2 και 3, (Εταιρεια παπαδιαμαντικών σπουδών),
από την κριτική έκδοση του Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου


Τη νουβέλα (ή μήπως μυθιστόρημα; -ο Παπαδιαμάντης το λέει «κοινωνικό μυθιστόρημα»-) «Τα ρόδινα ακρογιάλια» ο Παπαδιαμάντης την έγραψε το 1908. Σε αυτήν συνοψίζεται όλος ο κόσμος του· ένας κόσμος πολύχρωμος: ναυτικοί, απόμαχοι και ενεργοί, ψαράδες και φελούκες, παπάδες και ξωκλήσια, νοικοκυραίοι και αρχοντόσπιτα, μπακάλικα και παραγιοί, κοσμοπολίτες και ξενιτειά, δήμαρχοι, προικιά, γραίες και νιες, ανύπαντρες που μένουν πιστές στις υποσχέσεις τους, ξενιτεμένοι που ξεχνάνε, αλλοπαρμένοι, αλαφροϊσκιωτοι, αναχωρητές, απογοητευμένοι και ναυάγια της ζωής... προλήψεις, κομματισμός, πολιτικές αντιδικίες, οπτασίες, μάγια... Ο Παπαδιαμάντης όλα τα πρόσωπα τα βλέπει με τη γνωστή του κατανοητική διάθεση, τη γνωστή του επιείκεια, την αγαθή του καλοσύνη.


αφίσα της ταινίας του Ευθύμη Χατζή, 1998

Τα πάθη της αγάπης, λοιπόν κι εδώ- οι καημοί του έρωτα και του ανεκπλήρωτου. Ο Παπαδιαμαντης, τρυφερός, λυρικός, στα καλύτερά του· ηθογραφία στα καλύτερά της. Η συγκεκριμένη νουβέλα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο έξοχα το 1998 (πρεμιέρα το 1999) από τον σκηνοθέτη Ευθύμη Χατζή σε σενάριο του ιδίου και του Δημήτρη Νόλα.

Σταθερά από τα αναγνώσματά μου κάθε καλοκαίρι, μαζί με τον Ρεμβασμό του δεκαπενταύγουστου.

 df

Victor Hugo, Οι Άθλιοι (Les Miserables), Gutemberg, 2 τόμοι

 



Οι Άθλιοι (Les Miserables) είναι η επιτομή του δεκάτου ενάτου αιώνα, αισθητικά, καλλιτεχνικά, πολιτικά, ιδεολογικά -είναι το πανόραμα, ο άτλας του αιώνα αυτού. Η συγγραφή αυτού του τεράστιου μυθιστορήματος διήρκεσε τριάντα χρόνια, με μεγάλες χρονικές παύσεις. Ο Ουγκό το ολοκλήρωσε στις 30 Ιουνίου του 1862 και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, υπέγραψε συμβόλαιο με τους Βέλγους εκδότες Lacroix και Verboeckoven και ξεκίνησε να διορθώνει τα χειρόγραφα, συνεχίζοντας την επεξεργασία του αρχικού κειμένου, προσθέτοντας και αφαιρώντας λέξεις, προτάσεις, παραγράφους και ολόκληρα κεφάλαια.

Η υπόθεση των Αθλίων Εξελίσσεται την περίοδο της Παλινόρθωσης, την περίοδο, δηλαδή, που διαδέχτηκε την ήττα του Βοναπάρτη στο Βατερλό, το 1815. Τότε οι μοναρχίες επανέρχονται και οι εκθρονισμένοι έκπτωτοι μέχρι πρότινος βασιλείς αποκαθίστανται στους θρόνους τους. Έστω και κάπως πιο περιορισμένα, οι δυναστείες αυτές ασκούν την εξουσία τους  με σκληρότητα και αυταρχισμό. Ταυτόχρονα είμαστε και στην περίοδο της Βιομηχανικής επανάστασης. Τότε, δηλαδή, που ο καπιταλισμός χρειάζεται φτηνό εργατικό δυναμικό για να δουλεύει τις μηχανές και να παράγει πλούτο. Στο μυθιστόρημα αυτό ο Ουγκό καταγγέλλει τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, τη στυγνή εκμετάλλευση, τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό, την αμάθεια, την εγκατάλειψη μεγάλων στρωμάτων του γαλλικού πληθυσμού, τη βία του συστήματος που αλέθει τις δυστυχισμένες υπάρξεις, την κακοποίηση των παιδιών και των γυναικών στον απόηχο της μεγάλης Επανάστασης του 1789 και του 1793. Κυρίως, όμως, καταγγέλλει τη βαναυσότητα του ποινικού συστήματος, ενός συστήματος που στρέφεται εκδικητικά εναντίον των κάθε λογής φτωχοδιάβολων, ανθρώπων που οδηγούνται στη μικροπαραβατικότητα για να επιβιώσουν στις άθλιες συνοικίες όπου ζουν· στο ποινικό σύστημα που εκδικείται φτωχούς ανθρώπους που κλέβουν ένα κομμάτι ψωμί για να ζήσουν και τους στέλνει στα κάτεργα για να πεθάνουν εκεί από τις κακουχίες μέσα στην εξαθλίωση και την τρέλα.

 

Victor Hugo, 1802-1882


Όσο εξαιτίας των νόμων και των ηθών θα υπάρχει μια κοινωνική καταδίκη που μέσα στον πολιτισμό θα δημιουργεί τεχνητά την κόλαση και θα μπερδεύει την ανθρώπινη μοίρα με το πεπρωμένο· όσο ο ξεπεσμός του άνδρα στην προλεταριοποίηση, η εξαχρείωση της γυναίκας από την πείνα και ο μαρασμός του παιδιού από την αμορφωσιά μένουν άλυτα· όσο θα είναι δυνατή σε ορισμένες περιοχές η κοινωνική ασφυξία, μ' άλλα λόγια, όσο στη γη θα υπάρχει άγνοια και αθλιότητα, βιβλία σαν κι αυτό μάλλον δεν θα είναι ανώφελα.

Raris, 1830, επί Λουδοβίκου Φίλιππου 


Στους Άθλιους βλέπουμε, όπως είπαμε, πολύ παραστατικά την τοιχογραφία ενός ολόκληρου αιώνα: τους απόκληρους του Παρισιού, τους γαβριάδες, τα χαμίνια, τους αδίστακτους εγκληματίες, τους μικροπαραβάτες, τις πόρνες, τις βάναυσες ηγουμένες, τους φιλεύσπλαχνους ιερείς του μεσαίου κλήρου, τους αλαζόνες αριστοκράτες και τους φανατικούς βασιλόφρονες που γλίτωσαν από τη λαιμητόμο και παίρνουν τη ρεβάνς από τη Δημοκρατία, τους επιστήμονες, τους ανήσυχους φοιτητές, τους διεφθαρμένους τοπικούς άρχοντες, τους ηρωικούς στρατιώτες του Ναπολέοντα που τώρα είναι σε δυσμένεια. Συνδικάτα του εγκλήματος, λέσχες και παρέες πρώιμων σοσιαλιστών, καταπιεστικά μοναστήρια και οικοτροφεία, σαλόνια αστών. Βλέπουμε και τις μεγάλες πολιτικές και οικονομικές αλλαγές, κάποιες απότοκες του προηγούμενου αιώνα, κυρίως τους ναπολεόντειους πολέμους. Πίσω από όλους και πάνω απ' όλα, ο Βοναπάρτης. 

Βρισκόμαστε, όμως, και στην καρδιά του Ρομαντισμού: τεράστια μυθιστορήματα -το νέο μυθιστόρημα ως είδος είναι τέκνο του 19ου αιώνα- εκτενέστατες περιγραφές τόπων, χώρων, αντικειμένων, ενδυμάτων, προσώπων -εκτενέστατες αφηγήσεις μαχών (περίπου 100 σελίδες στο Βατερλό!) και άλλων επεισοδίων, εξαντλητικές τοπογραφικές αναφορές του Παρισιού, των συνοικιών του, των άθλιων περιοχών του αλλά και την κομψών, αριστοκρατικών περιχώρων του (περιγράφεται μέχρι και το δίκτυο των υπονόμων του!), επελάσεις ιππικού και ηρωικά κατορθώματα, επικός τόνος, λυρικός τόνος, τρυφερότητα, βαναυσότητα, παραμυθικά στοιχεία, σκοτάδι και φως, σκιές και ήλιος, αίμα και τιμωρίες, εξεγέρσεις, συγκρούσεις, φλογερός ιδεαλισμός, πατριωτισμός, θυσία και αυτοθυσία, θρησκευτική πίστη, ανατροπές, αγνός έρωτας, suspens και αστυνομική πλοκή.

Ο διαβολικός, στυγνός επιθεωρητής Ιαβέρης, αδέκαστος, άτεγκτος δημόσιος λειτουργός, ένας άνθρωπος στεγνός από αισθήματα, με ακλόνητη πίστη στην ορθότητα του Νόμου, πραγματικά τρομακτικός, απροσπέλαστος, υπηρέτης του καθήκοντος, της τάξης και της τιμωρίας. Και ο Γιάννης Αγιάννης, ο άνθρωπος των κάτεργων, της τιμωρίας, της μεταμέλειας, της μεταστροφής, της ανιδιοτέλειας, της αυτοθυσίας, της προσφοράς -η ενσάρκωση του καλού, της καλοσύνης, της αγαθότητας. Και ο Θερναδιέρος, ένα ηθικό κατακάθι: αδίστακτος, εκβιαστής, κακοποιός και κακοποιητικός, εκμεταλλευτής, γέννημα εκείνων των σκληρών καιρών. Γύρω τους μια πλειάδα από άλλα πρόσωπα, ο επίσκοπος που περιέθαλψε τον δραπέτη Αγιάννη και ήταν ο παράγοντας εκείνος που τον έβαλε στον δρόμο του θεού, ο αγνός  βοναπαρτιστής Μάριος, η Φαντίνα και η κόρη της, η Τιτίκα, μια παιδούλα, ενσάρκωση του αγνού παρθενικού έρωτα και αμέτρητα άλλα.

 

Παρίσι, 1832, Η επανάσταση, τα οδοφράγματα


Σε συγκεκριμένα σημεία ανάμεσα στα επεισόδια ο συγγραφέας παρεμβάλλει αποσπάσματα αρκετών σελίδων δοκιμιακού λόγου. Αναφέρεται με στοχαστική και κριτική διάθεση σε ζητήματα ηθικής, οικονομίας, φιλοσοφίας, πολιτικής οικονομίας, ιστορίας, ακόμα και γλωσσολογίας. Αναφέρεται σε περιόδους της γαλλικής ιστορίας που αποτελούν τα «προ» και τα «μετά» της βασικής ιστορίας, σε γεγονότα που συνιστούν τα ιστορικά και πολιτιστικά συμφραζόμενα αυτής, σε γεγονότα που την τροφοδοτούν και που ερμηνεύουν τα κίνητρα και τις πράξεις των προσώπων. Κάνει κρίσεις για πρόσωπα όπως τον Ναπολέοντα, τον Λουδοβίκο ΙΕ’ και ΙΣΤ’, τον Λουδοβίκο Φίλιππο και άλλα πρόσωπα της εποχής, καλλιτέχνες, διανοουμένους, πολιτικούς, ρήτορες, βασιλείς, επαναστάτες· ανατρέχει στο απώτερο παρελθόν της γαλλικής ιστορίας αλλά και της Ευρώπης· ανατρέχει ακόμα και στη ρωμαϊκή ιστορία, στην αρχαία Ελλάδα. Θέματα αυτών των δοκιμιακών σελίδων είναι και ο έρωτας, η άνοιξη, η ουτοπία, ο νόμος και το ποινικό σύστημα, ο θεός, η απόγνωση και η μεταμέλεια.

 Ο Ουγκό καταγγέλλει την αθλιότητα, πρωτίστως και κυρίως την οικονομική: τη φτώχεια, την εγκατάλειψη και την αμάθεια. Θεωρεί τους παράγοντες αυτούς ως τη γενεσιουργό αιτία (και) την ηθικής εξαθλίωσης, της εξαχρείωσης και της παρώθησης στο έγκλημα, σε κάθε είδους φαυλότητα, την εξαπάτηση, την εκμετάλλευση, το έγκλημα. Θεωρεί ότι η παιδεία, η μόρφωση των λαϊκών στρωμάτων, των φτωχών ανθρώπων, η ανακούφισή τους από την οικονομική εξαθλίωση θα οδηγήσει στη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους και, κατ’ επέκταση, και στη συνολική πρόοδο. Καταγγέλλει σκληρά και συνεχώς ο συγγραφέας, αλλά εντοπίζει την επίλυση των καίριων αυτών ζητημάτων στη φιλανθρωπία, στην ευσπλαχνία, στην ενσυναίσθηση· όχι σε πολιτική λύση.

Οι Άθλιοι είναι ένα μυθιστόρημα ποταμός, περίπου 2.600 σελίδες. Τους διαβάζω από παιδί και πάντα με συγκινούσαν. Ποτέ όμως δεν τους είχα σε πλήρη έκδοση. Οι εκδόσεις Gutemberg τους έχουν εκδώσει σε δύο τόμους χωρίς περικοπές και συντομεύσεις. Η δουλειά του μεταφραστή Ωρίωνα Αρκομάνη τεράστια. Δεν είναι μόνο το σπουδαίο μεταφραστικό του έργο αλλά και οι εκτενέστατες σημειώσεις που συνοδεύουν κάθε κεφάλαιο, οι σελίδες που αφορούν την ιστορία της συγγραφής των Αθλίων. Είναι και ένα άλλο όμως, σημαντικό στοιχείο στην έκδοση αυτή: συμπεριλαμβάνει και επτά (7) κεφάλαια που ο Ουγκό έχει αφαιρέσει από το κυρίως σώμα της αφήγησης, με τον τίτλο "Λουλούδια" (Fleures), τίτλο που τους έδωσε ο ίδιος ο συγγραφέας. Στα κεφάλαια αυτά, όπως και σε ολόκληρο το έργο, ο Ουγκό επιχειρεί μια "βαθιά ψυχολογική, κοινωνική και πολιτική ανάλυση των κατώτερων στρωμάτων του γαλλικού πληθυσμού. Στη ματιά του συνυπάρχουν η κατανόηση, η τρυφερότητα, η συμπόνοια απέναντι στους εξαθλιωμένους πολίτες, μαζί με την καταγγελία της υποκρισίας, της εκμετάλλευσης, της αδιαφορίας και της απαννθρωπιάς που χαρακτήριζαν τη συμπεριφορά και τις απόψεις της ανώτερης κοινωνικής τάξης όσο και της ανερχόμενης αστικής" (τόμος 2, σελ. 1240. Παρατίθεται, επίσης, εκτεταμένο χρονολόγιο της ζωής του συγγραφέα καθώς και ¨Τηλεοπτικές και κινηματογραφικές μεταφορές" αυτού του έργου.

Σπουδαίο έργο, από τα σημαντικότερα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που άσκησε ποικίλες επιρροές, ακόμα και στην καθ’ ημάς λογοτεχνία (ενδεικτικά, Οι Άθλιοι των Αθηνών, του Ιωάννη Κονδυλάκη) και σπουδαία έκδοση.

 df

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

Ελένη Λαδιά, Ηρώδης Αττικός, ο αισθαντικός (Εστία)



Το πλήρες όνομά του ήταν Λούκιος Βιβούλιος Ίππαρχος Τιβέριος Αττικός Ηρώδης (103-179 μ.Χ.) -εμείς τον ξέρουμε ως Ηρώδη Αττικό. Έζησε την περίοδο της Δεύτερης Σοφιστικής, του λαμπρού εκείνου πνευματικού κινήματος που απετέλεσε το τελευταίο ανάχωμα του ελληνισμού πριν από την οριστική επικράτηση του χριστιανισμού και ήταν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του. Την ίδια περίοδο έζησαν και ο Παυσανίας ο περιηγητής, ο Λουκιανός και ο Πλούταρχος. 

Γεννήθηκε στον Μαραθώνα το 101 μ.Χ. Ο παππούς του, Ίππαρχος, είχε επιχειρήσει να γίνει τύραννος της Αθήνας, όμως απέτυχε, καταδικάστηκε σε θάνατο και η περιουσία του δημεύτηκε. Ωστόσο ο πατέρας του Ηρώδη ανακάλυψε έναν αμύθητο θησαυρό που μάλλον ο πανέξυπνος παππούς είχε κατορθώσει να κρύψει από τη δήμευση, με αποτέλεσμα ο γιος του να ζήσει ζάπλουτος έως το τέλος της ζωής του. Τουλάχιστον ως προς αυτό ήταν τυχερός.

 

Ηρώδης Αττικός, 101-179 μ.Χ.


Έκανε λαμπρές σπουδές μεταξύ Αθήνας και Ρώμης, συνδέθηκε με όλα τα μεγάλα πνεύματα της εποχής του, ρήτορες, φιλοσόφους, ποιητές, ακόμα και με αυτοκράτορες (είχε ως μαθητή τον Μάρκο Αυρήλιο για πέντε χρόνια), ανέλαβε πλήθος αξιωμάτων, κόσμησε την Αθήνα, τον Μαραθώνα, την Κηφισιά και αρκετές άλλες πόλεις με λαμπρά οικοδομήματα και έργα κοινής ωφέλειας (επαύλεις, νυμφαία, οικιστικά συγκροτήματα, ωδεία) -σε κάποια φάση οραματίστηκε και τη διάνοιξη του ισθμού στην Κόρινθο. Ως αττικιστής, υπηρέτησε με συνέπεια τον ελληνικό πολιτισμό, ιδίως την ελληνική γλώσσα, απέναντι στην επέλαση των λατινικών και επιδόθηκε με αξιοθαύμαστα αποτελέσματα σε πολλά είδη του λόγου.

Παρότι διέθεσε μέρος της περιουσίας του σε συμπολίτες του που είχαν ή που δεν είχαν ανάγκη, συκοφαντήθηκε πολλάκις από αυτούς για διάφορους λόγους. Δέχτηκε επιθέσεις που έδειχναν μικροπρέπεια και εκδικητικότητα, οδηγήθηκε σε δίκη με την κατηγορία της διαφθοράς των αρχόντων από την οποία δεν είχε νομικές επιπτώσεις· κατηγορήθηκε ακόμα και για τυραννική διοίκηση.

Χτυπήθηκε από τη μοίρα ανελέητα: έχασε όλα του τα παιδιά, οκτώ συνολικά (!), φυσικά και θετά, και τη σύζυγό του, τη Ρηγίλλη σε ηλικία τριάντα πέντε ετών. Γενικώς, μια εξέχουσα, πολυσχιδής προσωπικότητα: διανοούμενος, πολιτικός, υποστηρικτής των τεχνών, συλλέκτης πολύτιμων έργων τέχνης και βιβλίων –ακόμα και μελισσοκόμος και οινοπαραγωγός και συγγραφέας εγχειριδίων management (!).

Με τη ζωή και τη δράση αυτού του ανθρώπου, που άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη του και στη σημερινή Αθήνα, ασχολείται το βιβλίο της Ελένης Λαδιά, Ηρώδης Αττικός, ο αισθαντικός, από τις εκδόσεις Εστία.


df

 

Παρακλαυσίθυρον

  Πού, άραγε, να βρίσκεται, χαμένο μες στο χάος της βιβλιοθήκης μου, εκείνο το κομψό βιβλιαράκι με τα ποιήματα του Γάιου Βαλέριου Κάτουλλου,...