Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026
Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026
Νίκος Μπελογιάννης, Σχέδιο για μια ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας (Άγρα)
Τι αποθέματα ψυχικών αντοχών και γενναιότητας μπορεί να διαθέτει ένας
άνθρωπος που καταδικασμένος σε θάνατο, αποφασίζει να γράψει μια μελέτη με θέμα
την ιστορία της ελληνικής σκέψης από την αρχαιότητα έως τις μέρες του; Πόση
αισιοδοξία για τη δημιουργία μιας κοινωνίας στην οποία μάλλον δεν θα προλάβαινε
να ζήσει, πόση αγάπη για τον τόπο του και τι πίστη στον Άνθρωπο μπορεί να έχει
κάποιος που σε συνθήκες σκληρής απομόνωσης και συνεχούς επιτήρησης ξεκινά ένα
τέτοιο φιλόδοξο εγχείρημα;
Σε αυτό το σχέδιο διερευνά την πορεία της νεοελληνικής λογοτεχνίας από το
ύστερο Βυζάντιο ως και τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Θεωρώντας ως
βάση, προϋπόθεση της εθνικής αυτοσυνειδησίας τη γλώσσα και τα λογοτεχνικά
δημιουργήματά της, μελετά, όσο του επιτρέπουν οι συνθήκες, τη δημώδη, κυρίως,
λογοτεχνία, τα ακριτικά τραγούδια, τα Φτωχοπροδρομικά, βυζαντινά έμμετρα
μυθιστορήματα, τα έργα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, του Αλέξανδρου Σούτσου,
του Κοραή, του Ρήγα, του Ψυχάρη, την «Ελληνική Νομαρχία», τον Σολωμό, δημοτικά
τραγούδια, τον Θεοτόκη, τον Παπαρρηγόπουλο, τον Παπαδιαμάντη, τον Βιζυηνό, τον Καλλιγά,
τον Ροϊδη, τον Παλαμά και πολλούς άλλους.
Για τη λογοτεχνική παραγωγή της βυζαντινής περιόδου έχει αρνητική άποψη.
Παρατηρεί ότι κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο του ανώτερου κλήρου αλλά και των
μοναχών, η λογοτεχνία της περιόδου αυτής είναι άνευρη, ασήμαντη, αντιδραστική.
Την ίδια αρνητική εκτίμηση διατυπώνει και για το έπος του «Διγενή Ακρίτα»:
χωρίς πνοή, χωρίς ηρωικό πνεύμα, γεμάτο από ηθικολογίες καλογερίστικου τύπου και από κακοτεχνίες.
Έχει σε μεγάλη εκτίμηση την «Ελληνική Νομαρχία» για την οποία πιστεύει ότι είναι έργο ύψιστης σημασίας όχι μόνο για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής σκέψης αλλά και για τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και διατυπώνει, αναφορικά με τους συγγραφείς του, την υπόθεση ότι είναι γραμμένο από συντρόφους και συνοδοιπόρους του Ρήγα, τον Σολωμό, για τον οποίο πιστεύει ότι όχι μόνο ως εθνικός αλλά και ως λαϊκός ποιητής, βρίσκεται στην κορυφή της νεότερης λογοτεχνικής παραγωγής, τον Φαναριώτη Αλέξανδρο Σούτσο, τον οποίο εξαίρει για το θάρρος των σατιρικών του στίχων κατά της ξενοκρατίας, της φαυλοκρατίας και, κυρίως, της οθωνικής απολυταρχίας, τον Αδαμάντιο Κοραή για την προσπάθειά του να λειτουργήσει ως πνευματικός καθοδηγητής, τον Αθανάσιο Ψαλλίδα και τον Γεώργιο Τερτσέτη στον χώρο της πεζογραφίας.
Από τους νεότερους συγγραφείς, θεωρεί έντιμες τις προθέσεις του Παπαδιαμάντη, ο οποίος, όπως σημειώνει, προσπάθησε να εκφράσει τη ζωή των απλών ανθρώπων παρά τις πολύ συντηρητικές ιδέες του, τον Δημήτριο Βικέλα, για τον οποίο σημειώνει ότι έγραψε ορισμένα διηγήματα με εθνικό περιεχόμενο, "πολύ συγκινητικά" όπως ο Λουκής Λάρας (1879), τον Παύλο Καλλιγά, με την παρατήρηση ότι πρέπει να αποδοθεί το σημαντικότερο μυθιστόρημά του, ο Θάνος Βλέκας, σε απλούστερα ελληνικά για να είναι κατανοητό, και τον Κρυστάλλη, τον οποίο για την καθαρότητα των νοημάτων του, τον θεωρεί ανώτερο από πολλούς συγχρόνους του, ακόμα και από τον Καρκαβίτσα. Ασκεί κριτική στον Ροϊδη και για τη γλώσσα που χρησιμοποιεί και για τον ελιτισμό με τον οποίο αντιμετωπίζει την ελληνική κοινωνία αλλά δεν παραλείπει να τον χαρακτηρίσει μεγάλο στυλίστα και άξιο κριτικό και στον Παλαμά λόγω του μεγαλοϊδεατισμού του (αντίθετα με τον Νίκο Ζαχαριάδη, που είχε γράψει σχετική μελέτη). Εκείνος, όμως, ο λογοτέχνης που τον συναρπάζει είναι ο Γεώργιος Βιζυηνός. Τον θεωρεί πατέρα του νεοελληνικού διηγήματος, θεμελιωτή της παιδικής μας λογοτεχνίας, ψυχογράφο και δημιουργό πραγματικών ανθρώπινων τύπων. Από τα έργα του ξεχωρίζει τον Μοσκώφ Σελήμ (1886), "το καλύτερο έργο του, από τα πρώτα της λογοτεχνίας μας". Εκτενής είναι η αναφορά του στον Γιάννη Ψυχάρη. Είναι ο "γλωσσικός και πνευματικός μας καθοδηγητής, που έμεινε μέσα στα σύνορα του μορφολογικού δημοτικισμού..., που συνειδητοποίησε το γλωσσικό μας πρόβλημα και προσπάθησε να το λύσει σαν λογοτέχνης και γλωσσολόγος". Τον θεωρεί ως ένα από τα μαχητικότερα και συνεπέστερα πνεύματα της εποχής του, που θα αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο όσο απελευθερώνεται η κοινωνική και πολιτική ζωή της Ελλάδας. Το μόνο αρνητικό στοιχείο που σημειώνει για αυτόν είναι ότι προσπάθησε να αποσπάσει το γλωσσικό πρόβλημα από τις κοινωνικές του αναφορές και από τις ταξικές του παραμέτρους.
Στο εγχείρημα που ξεκίνησε ο Νίκος Μπελογιάννης εμφανής είναι η
πολιτική (και η ταξική) διάσταση. Ακολουθώντας την κατευθυντήρια γραμμή του
Μεσοπολέμου, ο Μπελογιάννης πιστεύει ότι ο μαρξισμός είναι ένα θεωρητικό και
μεθοδολογικό εργαλείο που είναι δυνατόν να εφαρμοστεί επαρκώς σε κάθε τομέα του
επιστητού και είναι ικανό να απαλλάξει τους ανθρώπους από την καταπίεση και τον
σκοταδισμό. Συνακόλουθα ο κομμουνιστής είναι άνθρωπος, (ένας «τύπος ανθρώπου»)
καθολικός, που σημαίνει ότι καμία διάσταση των ανθρωπίνων πραγμάτων δεν (πρέπει
να) τον αφήνει αδιάφορο. Υπ’ αυτήν την έννοια, συνεχώς ερευνώντας, μαθαίνοντας,
διδάσκοντας, διαφωτίζοντας (ακόμα και μέσα στις φυλακές) και, ασφαλώς,
αγωνιζόμενος, συμβάλλει στην επανάσταση και στον μετασχηματισμό της κοινωνίας.
Ειδικότερα για τη λογοτεχνία, ακολουθώντας μια παράδοση που έχει αφετηρίες στον ρομαντισμό του δεκάτου ενάτου αιώνα, πιστεύει ότι, επειδή ακριβώς
ως όργανο για να εκφράζει τα μηνύματά της έχει τη γλώσσα, συνιστά τη
σημαντικότερη τέχνη δια της οποίας είναι δυνατόν να διαμορφωθεί και να
σφυρηλατηθεί η εθνική συνείδηση ενός λαού. Παράλληλα, διαπιστώνει, η
λογοτεχνία είναι και το μέσο εκείνο με το οποίο η αστική τάξη οικοδομεί και προβάλλει
την ιδεολογία της. Και γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν, η εργασία του αναφορικά με τη νεοελληνική λογοτεχνία ήταν αναγκαία εκείνη ακριβώς τη χρονική στιγμή και είχε σημασία και πολιτική
και ταξική.
Στις φάσεις της αισιοδοξίας τους, και ο Νίκος Μπελογιάννης και η Έλλη Παππά, πίστευαν ότι τελικώς η θανατική ποινή θα μετατρεπόταν σε ισόβια κάθειρξη λόγω των πολλών αντιδράσεων που εκδηλώνονταν και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Κάτι τέτοιο θα του έδινε τον χρόνο να προχωρήσει το σχέδιό του. Τελικώς ο Νίκος Μπελογιάννης εκτελέστηκε στις 31 Μάρτη του 1952 από το μετεμφυλιακό και ξενόδουλο καθεστώς ενώ η Έλλη Παππά όχι λόγω μητρότητας.
Η Έλλη Παππά, η οποία προλογίζει τη μελέτη αυτή και η οποία την επιμελήθηκε
με τεράστιο κόπο παραθέτει με τη μορφή υποσημείωσης την ιστορία της έκδοσης
αυτής. Η πρώτη έκδοση είχε τον τίτλο Οι
πρώτες μακρυνές ρίζες της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας το 1953 με βάση το
τετράδιο της Κέρκυρας που από τη φυλακή το έβγαλε ο Στάθης Δρομάζος. Ως όνομα
του συγγραφέα χρησιμοποιήθηκε το Μάνος Κουλουριώτης, που βασίστηκε στην
καταγωγή ενός από τους συνηγόρους του Μπελογιάννη. Η δεύτερη έκδοσή έγινε με
έξοδα της μητέρας του Νίκου Μπελογιάννη στη Ρουμανία με πρόλογο του Νίκου
Ζαχαριάδη. Η τρίτη έκδοση έγινε το 1976 από τις εκδόσεις Πορεία.
Το βιβλίο του Νίκου Μπελογιάννη, «Σχέδιο για μια ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας» από τις εκδόσεις «Άγρα» το προλογίζει η καθηγήτρια νεοελληνικής φιλολογίας, Χριστίνα Ντουνιά. Στο τέλος του παρατίθεται πλούσιο φωτογραφικό υλικό, μεταξύ του οποίου πολλές φωτογραφίες από χειρόγραφα του Νίκου Μπελογιάννη και από τη δίκη του.
Παρακλαυσίθυρον
Πού, άραγε, να βρίσκεται, χαμένο μες στο χάος της βιβλιοθήκης μου, εκείνο το κομψό βιβλιαράκι με τα ποιήματα του Γάιου Βαλέριου Κάτουλλου,...
-
Κοιτάζει απ' το δωμάτιό της, ακουμπισμένη στο παράθυρο, κατά το παλιό λιμάνι που καίνε τον καρνάβαλο, γυμνή και ιδρωμένη ακόμα απ...
-
Σε μια κωμόπολη της Ουγγαρίας, στη μέση του πουθενά, γκρίζα, παγωμένη και ξεχασμένη απ' όλους, πλανάται η απροσδιόριστη απειλή μιας επ...
-
Μπορεί όντως κάνοντας τον απολογισμό του τα βρει λάθη, αλλά είναι βέβαιο πως υπήρχαν ορισμένες πτυχές που θα τον έκαναν περήφανο. ...


